Translation: from greek

γάτος

Look at other dictionaries:

  • γάτος — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Γιάννης ή Μπακογιάννης. Καταγόταν από το Καστράκι του Βάλτου. Διακρίθηκε στις μάχες του Μακρυνόρους και του Πέτα. Πολέμησε επίσης στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. 2. Δημήτριος. Καταγόταν από τη Ναύπακτο. Αγωνίστηκε υπό… …   Dictionary of Greek

  • γάτος — ο αρσενική γάτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γάτος ή σκύλος — Ψάρι γνωστό με την επιστημονική ονομασία σκυλόρρινος το κυνάριο. Ανήκει στην οικογένεια των σκυλιορρινιδών. Είναι αδηφάγο σκυλόψαρο, με μέσο μήκος 80 εκ., πολύ διαδεδομένο στις ακτές της Μεσογείου και του Ατλαντικού. Το σώμα του είναι… …   Dictionary of Greek

  • καραβόγατος — ο 1. ο γάτος τού καραβιού 2. ναυτικός που σπάνια εγκαταλείπει το καράβι 3. ικανός ναυτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < καράβι + γατος (< γάτα), πρβλ. μπακαλό γατος, σπιτό γατος] …   Dictionary of Greek

  • κεραμιδόγατος — ο 1. κοινή ονομασία γάτων που δεν ανήκουν σε ορισμένη ράτσα 2. άντρας με πλούσια και ποικίλη ερωτική ζωή. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεραμίδι + γάτος (< γάτος), πρβλ. ζηλιαρό γατος, σπιτό γατος] …   Dictionary of Greek

  • γάτα — Κοινή ονομασία μικρού σαρκοφάγου ζώου της οικογένειας των αιλουροειδών. Η άγρια γ. (γαλή η αγρίαδασόβια) είναι μεγαλύτερη από την οικιακή (γαλή η οικοδίαιτη) και μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 120 εκ., από τα οποία τα 35 εκ. ανήκουν στην ουρά. Η… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • αγριόγατος — Σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των αιλουροειδών. Οι α. ζουν στα πυκνά δάση της ανατολικής και της κεντρικής Ευρώπης. Ζουν επίσης σε διάφορες περιοχές της ορεινής Σκοτίας. Είναι ζώα επικίνδυνα. Το σώμα τους είναι πιο μεγάλο από της… …   Dictionary of Greek

  • ζημιαρόγατος — ο 1. γάτος που κάνει ζημιές 2. ζημιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζημιάρης + γάτος] …   Dictionary of Greek

  • Κουστουρίτσα, Εμίρ — (Emir Kusturica, Σαράγιεβο, Βοσνία 1955 –). Σερβοβόσνιος σκηνοθέτης και σεναριογράφος του κινηματογράφου. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Πράγα και ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας σε τηλεοπτικές σειρές. Το 1981 άρχισε τη… …   Dictionary of Greek

  • Puss in Boots (fairy tale) — Pippo may also be referring to the Italian footballer, Filippo Pippo Inzaghi. Puss in Boots (Italian: Il Gatto con gli Stivali ; French: Le Chat botté ; Spanish: El Gato con Botas ; German: Der gestiefelte Kater ; Russian: Кот в сапогах ( Kot v… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.