Translation: from greek

βρομήσει

  • 1 βρομήσει

    βρομέω
    buzz: aor subj act 3rd sg (epic)
    βρομέω
    buzz: fut ind mid 2nd sg
    βρομέω
    buzz: fut ind act 3rd sg

    Morphologia Graeca > βρομήσει

Look at other dictionaries:

  • βρομήσει — βρομέω buzz aor subj act 3rd sg (epic) βρομέω buzz fut ind mid 2nd sg βρομέω buzz fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυρίζω — (ΑΜ μυρίζω και Α ποιητ. τ. σμυρίζω) [μύρον] αλείφω κάποιον ή κάτι με μύρο (α. «μύρισαν το μωρό» β. «προέλαβε μυρίσαι μου τὸ σώμα εἰς τὸν ἐνταφιασμόν», ΚΔ) νεοελλ. 1. μτφ. α) φανερώνω την προέλευσή μου, την καταγωγή μου β) καθιστώ κάτι φανερό,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.