Translation:

βράκος

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • βράκος — βράκος, το (Α) μακρύ επίσημο γυναικείο φόρεμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Ο τ. συσχετίστηκε με το ῥάκος < Fράκος), αλλά οι δύο λ. διαφέρουν σημασιολογικά] …   Dictionary of Greek

  • βράκος — long robe neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράκη — βράκος long robe neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) βράκος long robe neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράκεα — βράκος long robe neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράκε' — βράκεα , βράκος long robe neut nom/voc/acc pl (epic ionic) βράκει , βράκος long robe neut nom/voc/acc dual (attic epic) βράκεϊ , βράκος long robe neut dat sg (epic ionic) βράκει , βράκος long robe neut dat sg βράκεε , βράκος long robe neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • Bruch, der — Der Brúch, des es, plur. die Brǘche, von dem Verbo brechen. 1. Der Zustand, da ein Körper bricht oder zerbrochen wird, so wohl in der mittlern als thätigen Bedeutung des Verbi, in beyden Fällen aber ohne Plural. 1) Eigentlich. Der Bruch eines… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • ράκος — το / ῥάκος, εος, ΝΜΑ, και ῥάκκος και αιολ. τ. βράκος Α 1. φθαρμένο και κατασχισμένο ένδυμα 2. κομμάτι παλιού υφάσματος νεοελλ. 1. μτφ. (για πρόσ.) αυτός που έχει εξαντληθεί σωματικά ή ψυχικά («μετά την κηδεία ήταν ένα ράκος ανθρώπινο») 2. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • βρακίων — βράκια braccae neut gen pl βράκος long robe neut gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράκα — βράκᾱ , βράκος long robe neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • u̯er-7 (*su̯er-) —     u̯er 7 (*su̯er )     English meaning: to tear     Deutsche Übersetzung: “aufreißen, ritzen”     Note: base for extensions:     Material: A. u̯erd : Av. varǝdva ‘soft, lax “, O.C.S. vrědъ, Russ. véred “wound”; u̯red : O.Ind. avradanta ‘sie… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.