Translation: from greek

βοώνης

Look at other dictionaries:

  • βοώνης — βοώνης, ο (Α) στην Αθήνα άρχοντας αρμόδιος να αγοράζει βόδια για θυσίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < βους + ώνης < ωνούμαι «αγοράζω»] …   Dictionary of Greek

  • βοώνης — an officer who bought oxen for the sacrifices masc nom sg βοωνέω buyoxen imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῶναι — βοώνης an officer who bought oxen for the sacrifices masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοώνην — βοώνης an officer who bought oxen for the sacrifices masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῶνα — βοών cow house masc acc sg βοώνης an officer who bought oxen for the sacrifices masc voc sg βοώνης an officer who bought oxen for the sacrifices masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοώνας — βοώνᾱς , βοώνης an officer who bought oxen for the sacrifices masc acc pl βοώνᾱς , βοώνης an officer who bought oxen for the sacrifices masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.