Translation: from greek to english

βούβρωστις

Look at other dictionaries:

  • βούβρωστις — βούβρωστις, η (Α) 1. μεγάλη πείνα, βουλιμία 2. αθλιότητα, μεγάλη ανάγκη. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βούβρωστις, ήδη ομηρική, ερμηνεύθηκε ως «αθλιότητα», ενώ ένας απ τους σχολιαστές τη θεώρησε ταυτόσημη προς το οίστρος «αλογόμυγα». Σε απόσπασμα όμως του… …   Dictionary of Greek

  • βούβρωστις — ravenous appetite fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουβρώστει — βούβρωστις ravenous appetite fem nom/voc/acc dual (attic epic) βουβρώστεϊ , βούβρωστις ravenous appetite fem dat sg (epic) βούβρωστις ravenous appetite fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούβρωστιν — βούβρωστις ravenous appetite fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουγάιος — βουγάϊος, ο (Α) 1. (σκωπτικά στην κλητική) βουγάϊε θρασύδειλε, ψευτοπαλληκαρά 2. αδρανής 3. βραδύνους, χοντροκέφαλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Το α συνθετικό της λ. βουγάϊος είναι βου επιτατικό (πρβλ. βούβρωστις, βουκόρυζα κ.ά.), ενώ το β συνθετικό συνδέεται με… …   Dictionary of Greek

  • βούλιμος — βούλιμος, ο (Α) η βουλιμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < (επιτατικό) βου < βους (πρβλ. βούβρωστις, βούπεινα) + λιμός] …   Dictionary of Greek

  • βουβρώστεως — βουβρώστεω̆ς , βούβρωστις ravenous appetite fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.