Translation: from greek to english

βούλευσις

Look at other dictionaries:

  • βούλευσις — βούλευσις, η (Α) [βουλεύω] 1. σκέψη, προσεκτική εξέταση, μελέτη 2. (ως αττικός δικανικός όρος) α) επιβουλή κατά της ζωής κάποιου β) η κατά λάθος διατήρηση στον κατάλογο των οφειλετών του δημοσίου του ονόματος κάποιου που έχει πληρώσει το χρέος… …   Dictionary of Greek

  • βούλευσις — deliberation fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύσει — βούλευσις deliberation fem nom/voc/acc dual (attic epic) βουλεύσεϊ , βούλευσις deliberation fem dat sg (epic) βούλευσις deliberation fem dat sg (attic ionic) βουλεύω take counsel aor subj act 3rd sg (epic) βουλεύω take counsel fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύσεις — βούλευσις deliberation fem nom/voc pl (attic epic) βούλευσις deliberation fem nom/acc pl (attic) βουλεύω take counsel aor subj act 2nd sg (epic) βουλεύω take counsel fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύσεσι — βούλευσις deliberation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύσεσιν — βούλευσις deliberation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύσηι — βούλευσις deliberation fem dat sg (epic) βουλεύσῃ , βουλεύω take counsel aor subj mid 2nd sg βουλεύσῃ , βουλεύω take counsel aor subj act 3rd sg βουλεύσῃ , βουλεύω take counsel fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλευσιν — βούλευσις deliberation fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύω — (AM βουλεύω) Ι. συμβουλεύω αρχ. 1. σκέπτομαι, κρίνω 2. σχεδιάζω, προετοιμάζω, μηχανεύομαι 3. αποφασίζω να κάνω κάτι 4. είμαι μέλος της βουλής II. βουλεύομαι (AM βουλεύομαι) 1. σκέπτομαι, μελετώ 2. συσκέπτομαι με άλλους και αποφασίζω μσν.… …   Dictionary of Greek

  • βουλεύσεων — βουλεύσεω̆ν , βούλευσις deliberation fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύσεως — βουλεύσεω̆ς , βούλευσις deliberation fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.