Translation: from greek to english

βου-

Look at other dictionaries:

  • βου — (άκλιτη λέξη) ο β φθόγγος στην κλίμακα της βυζαντινής μουσικής, αντίστοιχος προς τον σι της ευρωπαϊκής …   Dictionary of Greek

  • Βοῦ — Βᾶς masc gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • БУС —    • Βου̃ς,        1. жертвенный пирог в форме рога;        2. афинская монета с изображением быка. Plut. Thes. 25. О подкупленных, которые молчат, когда должны были бы говорить, составилась пословица: βου̃ς επι γλώσση βέβηκεν, βου̃ν επι… …   Реальный словарь классических древностей

  • gʷou- —     gʷou     English meaning: cattle     Deutsche Übersetzung: “Rind”     Grammatical information: m. f. nom. sg. gʷōus , gen. gʷous (and gʷou̯ os?), acc. gʷōm, loc. gʷou̯ i     Material: O.Ind. gáuḥ m. f. “rother, cattle” (= Av. güuš ds.), gen …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • διακρίβου — διακριβόω portray exactly pres imperat act 2nd sg διᾱκρί̱βου , διακριβόω portray exactly imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) διακρί̱βου , διακριβόω portray exactly pres imperat act 2nd sg διακριβόω portray exactly imperf ind act 3rd sg (homeric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρίβου — ἀ̱κρί̱βου , ἀκριβόω make exact imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκρί̱βου , ἀκριβόω make exact pres imperat act 2nd sg ἀκρί̱βου , ἀκριβόω make exact imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξακριβοῦ — ἐξακριβόω make exact pres imperat mp 2nd sg ἐξᾱκρῑβοῦ , ἐξακριβόω make exact imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἐξακρῑβοῦ , ἐξακριβόω make exact pres imperat mp 2nd sg ἐξακριβόω make exact imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) ἐξακρῑβοῦ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Bracket — 〈 redirects here. It is not to be confused with く, a Japanese kana. This article is about bracketing punctuation marks. For other uses, see Bracket (disambiguation). Due to technical restrictions, titles like :) redirect here. For typographical… …   Wikipedia

  • РУССКИЙ УКАЗАТЕЛЬ СТАТЕЙ — Абант Άβας Danaus Абанты Άβαντες Абарис Άβαρις Абдера Abdera Абдулонома Абдул Abdulonymus Абелла Abella Абеллинум Abellinum Абеона Abeona Абидос или Абид… …   Реальный словарь классических древностей

  • -ιος — ια, ιο(ν) η κατάλ. ιος (μαζί με τις επαυξημένες μορφές της) είναι μία από τις παραγωγικότερες τής ελλ. γλώσσας καθ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας της. Συγκεκριμένα, μαρτυρούνται συνολικά 2.996 λέξεις σε ιος, εκ τών οποίων 295 είναι κοινές, 2.261… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.