Translation: from greek to english

from english to greek

βουλευτήριος

Look at other dictionaries:

  • βουλευτήριος — βουλευτήριος, ον (Α) ο αρμόδιος ή κατάλληλος να παρέχει συμβουλές. [ΕΤΥΜΟΛ. < βουλευτήρ (< βουλεύω) «βουλευτής» (Ησύχ.) ή < βουλευτής] …   Dictionary of Greek

  • βουλευτήρι' — βουλευτήρια , βουλευτήριον council chamber neut nom/voc/acc pl βουλευτήρια , βουλευτήριος giving advice neut nom/voc/acc pl βουλευτήριε , βουλευτήριος giving advice masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτήριον — council chamber neut nom/voc/acc sg βουλευτήριος giving advice masc/fem acc sg βουλευτήριος giving advice neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίοις — βουλευτήριον council chamber neut dat pl βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίου — βουλευτήριον council chamber neut gen sg βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίωι — βουλευτηρίῳ , βουλευτήριον council chamber neut dat sg βουλευτηρίῳ , βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίων — βουλευτήριον council chamber neut gen pl βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίῳ — βουλευτήριον council chamber neut dat sg βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτήρια — βουλευτήριον council chamber neut nom/voc/acc pl βουλευτήριος giving advice neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.