Translation: from greek

βοίδ-ης

Look at other dictionaries:

  • κλινάμαξα — η είδος σιδηροδρομικού επιβατηγού οχήματος κατάλληλα διαρρυθμισμένου για κατάκλιση και ύπνο τών επιβατών. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλίνη + άμαξα (< ἅμαξα), πρβλ. βοϊδ άμαξα, χειρ άμαξα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.