Translation: from greek to english

βληχρός

Look at other dictionaries:

  • βληχρός — βληχρός, ά, όν (Α) 1. άτονος, μαλακός 2. (για πυρετό) χαμηλός, λίγος. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη μεθομηρική, η οποία στον Όμηρο απαντά ως αβληχρός*, με α προθεματικό. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η λ. βληχρός, αν και ιωνική, συνδέεται πιθανώς με τη λ. βλᾱξ* …   Dictionary of Greek

  • βληχρός — faint masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλῆχρος — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρά — βληχρός faint neut nom/voc/acc pl βληχρά̱ , βληχρός faint fem nom/voc/acc dual βληχρά̱ , βληχρός faint fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρότερον — βληχρός faint adverbial comp βληχρός faint masc acc comp sg βληχρός faint neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρῶν — βληχρός faint fem gen pl βληχρός faint masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρόν — βληχρός faint masc acc sg βληχρός faint neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχραῖς — βληχρός faint fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχραί — βληχρός faint fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχροτάτου — βληχρός faint masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχροτέρη — βληχρός faint fem nom/voc comp sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.