Translation: from greek to english

βατοδρόπος

Look at other dictionaries:

  • βατοδρόπος — βατοδρόπος, ον (Α) αυτός που κόβει ή ξεριζώνει βάτους. [ΕΤΥΜΟΛ. < βατός (Ι) + δροπος < δρέπω] …   Dictionary of Greek

  • βατοδρόπος — pulling up brambles masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατοδρόπε — βατοδρόπος pulling up brambles masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.