Translation: from greek to english

αΐτης

Look at other dictionaries:

  • αΐτης — ἀίτης, ο (Α) ἀίτας* …   Dictionary of Greek

  • -αΐτης — Γλωσσ. παραγωγική κατάληξη ονομάτων που δηλώνουν τοπική προέλευση ή παρωνύμιο. Σχηματίστηκε αρχικά σε μεταγεν. εθνικά και παρώνυμα ονόματα που είχαν στο θέμα τους αι: Αθήναι > Αθηναι ίτης > Αθηνα ΐτης, σπήλαιον > σπηλαι ίτης > σπηλα… …   Dictionary of Greek

  • αἰτῇς — αἰτέω ask pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴτης — αἰτέω ask imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀίτης — ἀΐ̱της , ἀίτας a beloved youth masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φασ(σ)αΐτης — ο, Ν (ορυκτ.) αργιλοπυριτικό ορυκτό τού ασβεστίου, τού μαγνησίου και τού σιδήρου, που ανήκει στην ομάδα τών πυροξένων και αποτελεί ποικιλία τού αυγίτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fassaite < γερμ. Fassait < Val di Fassa, Venezia Tridentina, περιοχή …   Dictionary of Greek

  • Αϊτή — Νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής θάλασσας, στην Κεντρική Αμερική.Βρέχεται στα Β από τον Ατλαντικό ωκεανό, στα Δ και Ν από την Καραϊβική θάλασσα, ενώ στα Α συνορεύει με τη Δομινικανή Δημοκρατία, με την οποία μοιράζονται το έδαφος του νησιού… …   Dictionary of Greek

  • Κριστόφ, Ανρί — (Henri Christophe, Γρενάδα 1767 – Αϊτή 1820). Αϊτινός επαναστάτης, πρόεδρος (1807 11) και βασιλιάς (1811 20) της Αϊτής. Αφού πολέμησε στη Σαβάνα, στην πολιτεία Τζόρτζια (Γεωργία) των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού πολέμου… …   Dictionary of Greek

  • Πετιόν, Αλεξάντρ Σαμπές — (Petion, 1770 – 1818). Πολιτικός και στρατιωτικός της Αϊτής. Το 1793 κατετάγη στον γαλλικό στρατό και πολέμησε εναντίον των Άγγλων, που είχαν καταλάβει το δυτικό τμήμα της Αϊτής. Το 1802 προσχώρησε στο πατριωτικό κίνημα που αγωνιζόταν για την… …   Dictionary of Greek

  • Σουλούκ, Φοστέν Ελ — (Soulouque). Πολιτικός και στρατιωτικός της Αϊτής (1782 1867). Ήταν γιος νέγρας σκλάβας και σ’ όλη του τη ζωή έμεινε αγράμματος. Στα 1802 1803 πήρε μέρος στον πόλεμο εναντίον της Γαλλίας για την ανεξαρτησία της Αϊτής. Το 1843 έγινε στρατηγός και… …   Dictionary of Greek

  • βουντού — (voodoo). Θρησκεία της Καραϊβικής, στην Κεντρική Αμερική, που προήλθε από τους μαύρους της Αϊτής και πήρε στοιχεία από τους απογόνους των δούλων που μεταφέρθηκαν από την Αφρική κατά τους αποικιακούς χρόνους. Β. στη γλώσσα του Μπενίν (δυτικές… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.