Translation: from greek

αὐλητικά

  • 1 αυλητικά

    αὐλητικός
    of: neut nom /voc /acc pl
    αὐλητικά̱, αὐλητικός
    of: fem nom /voc /acc dual
    αὐλητικά̱, αὐλητικός
    of: fem nom /voc sg (doric aeolic)

    Morphologia Graeca > αυλητικά

Look at other dictionaries:

  • αὐλητικά — αὐλητικός of neut nom/voc/acc pl αὐλητικά̱ , αὐλητικός of fem nom/voc/acc dual αὐλητικά̱ , αὐλητικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλητικάν — αὐλητικά̱ν , αὐλητικός of fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλητικάς — αὐλητικά̱ς , αὐλητικός of fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.