Translation: from greek

αἵμαθ

  • 1 αίμαθ'

    αἵ̱ματα, αἷμα
    blood: neut nom /voc /acc pl
    αἵ̱ματι, αἷμα
    blood: neut dat sg
    αἵ̱ματε, αἷμα
    blood: neut nom /voc /acc dual
    αἵμαται, αἱμάτη
    fem nom /voc pl

    Morphologia Graeca > αίμαθ'

Look at other dictionaries:

  • Αιμάθ — Ελληνική απόδοση από τους Ο’ του εβραϊκού Χαμάτ, αρχαιότατης χετιτικής πόλης της Συρίας κοντά στον Ορόντη ποταμό. Στην Παλαιά Διαθήκη απαντάται και ως Εμάθ (Αριθ. λδ’ 8, Ιησ. Ναυή ιγ’ 5) ή Ημάθ (Γ’ Βασιλ. η’ 65). Στην εύφορη περιοχή της ο Σολομών …   Dictionary of Greek

  • αἵμαθ' — αἵ̱ματα , αἷμα blood neut nom/voc/acc pl αἵ̱ματι , αἷμα blood neut dat sg αἵ̱ματε , αἷμα blood neut nom/voc/acc dual αἵμαται , αἱμάτη fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.