Translation: from greek

αἱρέσῃ

Look at other dictionaries:

  • αίρεση — η 1) ересь – догматическое отклонение от учения Православной Церкви: η αίρεση των Σαδδουκαίων ересь Саддукеев, см. Σαδδουκαίος ; 2) секта Этим. < дргр. αίρεσις «предпочтение, выбор, секта» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αίρεση — η 1. προϋπόθεση, όρος: Η αγωγή έγινε δεκτή υπό την αίρεση ότι… 2. επιφύλαξη: Η πρόταση ψηφίστηκε υπό αίρεση. 3. φιλοσοφική διδασκαλία που τροποποιεί τις απόψεις, τις αρχές του ιδρυτή της φιλοσοφικής αυτής σχολής: Ο νεοπλατωνισμός είναι μια… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αίρεση — Αρχικά ο όρος α. είχε φιλοσοφική και πολιτική σημασία και σήμαινε την προτίμηση που μπορούσε να έχει κανείς για μια ορισμένη φιλοσοφική διδασκαλία. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει μια φιλοσοφική σχολή, μια ομάδα ή κόμμα πολιτικό,… …   Dictionary of Greek

  • αίρεση — [эрэси] ουσ. Θ. ересь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἱρέσῃ — αἱρέσηι , αἵρεσις taking fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εβιωνίτες — Αίρεση ιουδαϊζόντων χριστιανών, που εμφανίστηκε από τα τέλη του 1ου αι. στην Παλαιστίνη και στη Συρία και εξαφανίστηκε κατά τον 4o αι. Κύρια έδρα τους ήταν η Πέλλα της Πιερίας. Οι Ε., που ήταν αυστηροί τηρητές του μωσαϊκού νόμου, αναγνώριζαν στον …   Dictionary of Greek

  • οφίτες — Αίρεση των πρώτων χρόνων του χριστιανισμού, που είχε ως θρησκευτικό σύμβολο της το φίδι. Οι ο. δίδασκαν τον δυαδισμό του «υπέρτατου όντος» (θεού) και υποστήριζαν πως ο «Δημιουργός θεός» βρίσκεται σε αντίθεση με τον «Πατέρα θεό». Ο «Πατέρας θεός» …   Dictionary of Greek

  • ονοματολάτρες — Αίρεση που αναπτύχθηκε το 1913 στο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιον Όρος. Ο εκεί μοναχός Ιλαρίων έγραψε θεολογικό σύγγραμμα με τον τίτλο Εις τα όρη του Καυκάσου. Στο σύγγραμμα αυτό υποστήριζε ότι το όνομα του θεού πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • θεραπευτές — Αίρεση Ιουδαίων ασκητών. Οι θ. ζούσαν στην περιοχή της Αλεξάνδρειας και της γειτονικής λίμνης Μαρεώτιδας. Στο έργο Περί βίου θεωρητικού, το οποίο θεωρείται του Φίλωνα, αναφέρεται ότι οι θ. αρνούνταν την ιδιοκτησία και ζούσαν ασκητικά με αυστηρή… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.