Translation: from greek to english

αἱμοχροώδης

Look at other dictionaries:

  • αιμοχροώδης — αἱμοχροώδης, ες (Α) αυτός που έχει το χρώμα τού αίματος, ο αιματόχρωμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + *χροώδης < χροιὰ + ώδης] …   Dictionary of Greek

  • αἱμοχροῶδες — αἱμοχροώδης blood coloured masc/fem voc sg αἱμοχροώδης blood coloured neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.