Translation: from greek to english

αἰψηροκέλευθον

Look at other dictionaries:

  • αἰψηροκέλευθον — αἰψηροκέλευθος swift speeding masc/fem acc sg αἰψηροκέλευθος swift speeding neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AURORA — Titanis, et Terrae filia, Luciferi et Ventorum mater, Hyperionis ac Thiae filiam facit Hesiodus, v. 371. θεογοῃίας, in his: Θεία δ᾿ Η᾿ἑλιόν τε μέγαν, λαμπράν τε Σελήνην, Η᾿ώ θ᾿, ἣ πάντεςςιν ἐπιχθονίοισι φάεινει, Γείναθ᾿ ὑποδμηθεῖσ᾿ Υ᾿περίονος εν… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • νότος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος της Ηώς και του Αστραίου και η προσωποποίηση του νότιου ανέμου, που είναι θερμός και γεμάτος υγρασία. Σε αντίθεση με τους αδελφούς του Βορέα και Ζέφυρο, δεν αναφέρεται σε κανέναν μύθο της εποχής. II Παράλιος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.