Translation: from greek

αἰσχρή

Look at other dictionaries:

  • αἰσχρή — αἰσχρός causing shame fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακέμφατος — ο (AM κακέμφατος, ον) 1. (για λόγους) αυτός που προξενεί κακή εντύπωση, αυτός που έχει αισχρή σημασία, άσεμνος, απρεπής 2. το ουδ. ως ουσ. το κακέμφατο(ν) η χρήση λέξεων ή συλλαβών στον λόγο από τις οποίες ή από την συνεκφορά τών οποίων προκύπτει …   Dictionary of Greek

  • Thoosa — Dans la mythologie grecque, Thoosa est une phorcyde, fille de Phorcys et Céto, sœur des Gorgones. Elle est connue pour avoir engendré avec Poséidon le cyclope Polyphème. Thoosa est encore le nom de l une de ces divinités psychologiques, qu… …   Wikipédia en Français

  • Ορθαγόρας — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ο πρώτος τύραννος της Σικυώνας (τελευταίες δεκαετίες του 7ου αι. π.Χ.). Οι αρχαίες παραδόσεις για τον Ο. και την οικογένεια του (Ορθαγορίδαι) είναι αντιφατικές: το πιθανότερο είναι ότι ο Ο. ήταν ένας ευγενής που,… …   Dictionary of Greek

  • ή — (I) και γη (AM ἤ, Μ και γή, Α επικ. τ. ἠέ) Ι. (διαζευκτικός σύνδεσμος) 1. συνδέει δύο ή περισσότερες λέξεις ή προτάσεις τών οποίων οι έννοιες αναιρούν η μία την άλλη (α. «εγώ ή εκείνος» β. «ἐγώ... ἤ ἄλλος Ἀχαιῶν», Ομ. Ιλ.) 2. επαναλαμβανόμενο ή …   Dictionary of Greek

  • αισχροεπώ — αἰσχροεπῶ ( έω) (Α) [αἰσχροεπής] μεταχειρίζομαι αισχρή γλώσσα, λέω αισχρά λόγια …   Dictionary of Greek

  • αισχροκέρδεια — Η απόκτηση οικονομικής ωφέλειας σε μια συναλλαγή, πολύ μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη ή, με άλλη διατύπωση, η επιτυχία αντιπαροχής, σημαντικά δυσανάλογη με την παροχή του δράστη. Ποινικά τιμωρείται η πράξη αυτή, όταν γίνεται κατ’ επάγγελμακατά… …   Dictionary of Greek

  • αισχροπραξία — η αισχρή, επονείδιστη πράξη …   Dictionary of Greek

  • αισχρουργία — η (Α αἰσχρουργία) [αἰσχρουργός] 1. αναίσχυντη διαγωγή 2. αισχρή πράξη, ακολασία …   Dictionary of Greek

  • αισχρούργημα — το (Μ αἰσχρούργημα) νεοελλ. κακότεχνο έργο, τερατούργημα, εξάμβλωμα (αντίθ. καλλιτέχνημα) μσν. αισχρή πράξη, ασχημία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσχρουργῶ. ΠΑΡ. νεοελλ. αισχρουργηματικός] …   Dictionary of Greek

  • αισχρόβιος — ία, ιο (Μ αἰσχρόβιος) αυτός που ζει αισχρή, ακόλαστη ζωή, εξώλης και προώλης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσχρὸς + βίος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.