Translation: from greek

αἰπά

  • 1 αιπά

    αἰπός
    high: neut nom /voc /acc pl
    αἰπά̱, αἰπός
    high: fem nom /voc /acc dual
    αἰπά̱, αἰπός
    high: fem nom /voc sg (doric aeolic)

    Morphologia Graeca > αιπά

Look at other dictionaries:

  • αἰπά — αἰπός high neut nom/voc/acc pl αἰπά̱ , αἰπός high fem nom/voc/acc dual αἰπά̱ , αἰπός high fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κᾀπ' — αἰπά , αἰπός high neut nom/voc/acc pl αἰπά̱ , αἰπός high fem nom/voc/acc dual αἰπά̱ , αἰπός high fem nom/voc sg (doric aeolic) αἰπέ , αἰπός high masc voc sg αἰπαί , αἰπός high fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιπύς — αἰπύς, εῑα, ύ (Α) 1. ψηλός, απόκρημνος 2. (για τον θάνατο) αυτός που εφορμά από ψηλά, ορμητικός, βίαιος 3. ολοσχερής, ολοκληρωτικός, πλήρης, τέλειος, οξύς 4. (για πάθη) φλογερός, δυνατός 5. στη Μυκην. η λ. μαρτυρείται έμμεσα με το κύριο όνομα… …   Dictionary of Greek

  • ρείθρο — το / ῥεῑθρον, ΝΜΑ, και ιων. και ποιητ. τ. ῥέεθρον Α ρυάκι, ρεύμα νερού (α. «Στυγὸς ὕδατος αἰπὰ ῥέεθρα», Ομ. Ιλ. β. «ῥέεθρον ἁγνοῡ Στρυμόνος», Αισχύλ. γ. «ἐκτρέψασα τοῡ ποταμοῡ τὸ ῥέεθρον», Ηρόδ.) 2. η κοίτη τού ποταμού, η ροή τού ποταμού μέσα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.