Translation: from greek to english

αἰκάζει

Look at other dictionaries:

  • αίκλον — αἶκλον και ἄικλον, το (Α) το βραδινό φαγητό, το δείπνο στη Σπάρτη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστης ετυμολ., πιθ. συγγενές με τη λ. αἰκάζει, «καλεί» τού Ησυχίου αμφίβολη είναι επίσης η σύνδεση τής λ. με το ρ. αἰκάλλω, «κολακεύω»] …   Dictionary of Greek

  • aik- —     aik     English meaning: to call (?)     Deutsche Übersetzung: “anrufen” (?)     Material: Gk. αἰκάζει καλεῖ Hes., Ltv. aîcinât “ load, shout “. But καλεῖ can be prescribed for αἰκάλλει “flatters”, and aîcinât a derivative from aĩ “hears!”… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.