Translation: from greek to english

αἰθροβάτης

Look at other dictionaries:

  • αιθροβάτης — αἰθροβάτης, ο (Μ) 1. (για τον θαυματοποιό Άβαρι) αυτός που βαδίζει στον αιθέρα, αιθεροβάτης 2. σχοινοβάτης, κροβάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰθρο (< αἰθὴρ έρος) + βάτης (< βαίνω)] …   Dictionary of Greek

  • αἰθροβάτης — walking through ether masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθροβάτας — αἰθροβάτᾱς , αἰθροβάτης walking through ether masc acc pl αἰθροβάτᾱς , αἰθροβάτης walking through ether masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АБАРИС —    • Άβαρις,          по различно передаваемым сказаниям, жрец Аполлона из Скифии (или гипербореец) ок. 770, 700 или 550 г. до Р. X. Ямблих говорит (Iamblic. de Vita Рythag. 19, 28), что А. получил от Аполлона золотую стрелу, на которой летал по… …   Реальный словарь классических древностей

  • ABARIS — I. ABARIS Scytha quidam celebris, Seuthae fit. Apollinis iter ad Hyperboreos descripsit, et multa alis; hic ab Apolline sagittam accepit, quam iaculans, et ipse cum ea ferebatur; itaque populos velocissime transiens, per eam reponsa dabat, unde… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -βάτης — β συνθετικό ουσιαστικών της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. βαίνω και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αντιστρόφου Λεξικού της Νέας Ελληνικής του Γ. Κουρμούλη (σ. 753), έναντι 85… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.