Translation: from greek to english

from english to greek

αἰγιαλός

Look at other dictionaries:

  • Αἰγιαλός — sea shore masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιγιαλός — Η ακρογιαλιά, ο γιαλός, η ακτή, το περιγιάλι, η ακροθαλασσιά. Η ξηρά που βρέχεται μόνιμα από θάλασσα και όχι από έκτακτες πλημμύρες. Ο α. αποτελεί κοινόχρηστο χώρο και ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο μπορεί να τον εκμεταλλεύεται και να παραχωρεί… …   Dictionary of Greek

  • Άνω Αιγιαλός — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 300 μ., 202 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ευρωστίνης …   Dictionary of Greek

  • Αἰγιαλοῖο — Αἰγιαλός sea shore masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖς — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖσι — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖσιν — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοί — Αἰγιαλός sea shore masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῦ — Αἰγιαλός sea shore masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλούς — Αἰγιαλός sea shore masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλῶ — Αἰγιαλός sea shore masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.