Translation: from greek

αποβλάστημα

Look at other dictionaries:

  • ἀποβλάστημα — shoot neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποβλάστημα — το (Α ἀποβλάστημα) νεοελλ. 1. πληθ. τα αποβλαστήματα (κατά τη θεωρία του Δαρβίνου) είναι αόρατα σωματίδια που παράγονται από τα σωματικά κύτταρα στα διάφορα όργανα, αποχωρίζονται απ αυτά και συσσωρεύονται με ανάλογα σωματίδια στα γεννητικά… …   Dictionary of Greek

  • ἀποβλαστημάτων — ἀποβλάστημα shoot neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλαστήμασιν — ἀποβλάστημα shoot neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλαστήματα — ἀποβλάστημα shoot neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλαστήματι — ἀποβλάστημα shoot neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλαστήματ' — ἀποβλαστήματα , ἀποβλάστημα shoot neut nom/voc/acc pl ἀποβλαστήματι , ἀποβλάστημα shoot neut dat sg ἀποβλαστήματε , ἀποβλάστημα shoot neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγγενεσία ή παγγένεση — Θεωρία που διατυπώθηκε από τον Δαρβίνο το 1868 και εξετάζει τον τρόπο κατά τον οποίο κληρονομούνται οι επίκτητες ιδιότητες των προγόνων. Η π. βασίζεται στην αντίληψη ότι κάθε στοιχειώδες μέρος, ανεξάρτητο του οργανισμού, μπορεί να παράγει μικρό… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.