Translation: from greek

απαισιοδοξώ

Look at other dictionaries:

  • απαισιοδοξώ — ( έω) είμαι απαισιόδοξος …   Dictionary of Greek

  • απαισιοδοξώ — [апэсиодоксо] р. быть пессимистом …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απαισιοδοξώ — ησα, είμαι απαισιόδοξος: Απαισιοδοξούσε για το αποτέλεσμα των εξετάσεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.