Translation: from greek to russian

from russian to greek

ανισορροπία

Look at other dictionaries:

  • ανισορροπία — η αστάθεια, ελαφρή φρενοπάθεια: Πάσχει από μια μικρή ανισορροπία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανισορροπία — η 1. έλλειψη ισορροπίας, αστάθεια 2. η έλλειψη αρμονίας, η διασάλευση της πνευματικής ισορροπίας ή των ηθικών ροπών ενός ατόμου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανισόρροπος. Η λ. μαρτυρείται στον κληρικό και διδάσκαλο του Γένους Νικηφόρο Θεοτόκη (1731 1800)] …   Dictionary of Greek

  • ανισορροπία — [анисорропиа] ома. Θ. отсутствие равновесия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δημογραφία — Επιστήμη που μελετά τη σύνθεση, τις μεταβολές και τη δυναμική του πληθυσμού. Αντικείμενο της μελέτης της δ. είναι επομένως όλα τα φαινόμενα βιολογικού χαρακτήρα –όπως οι γεννήσεις και οι θάνατοι– ή κοινωνικού –όπως οι γάμοι και οι μεταναστεύσεις– …   Dictionary of Greek

  • Ταμείο, Διεθνές Νομισματικό (ΔΝΤ) — Οργανισμός διεθνούς συνεργασίας στο νομισματικό πεδίο, του οποίου προορισμός είναι να διευκολύνει την ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών, εξασφαλίζοντας τη σταθερότητα των νομισμάτων τους. Το ΔΝΤ γεννήθηκε από τη νομισματική και… …   Dictionary of Greek

  • ανισορροπώ — ( έω) 1. (μτβ.) προκαλώ, επιφέρω ανισορροπία 2. (αμτβ.) έχω χάσει την ισορροπία μου, κλονίζομαι 3. μτφ. είμαι ανισόρροπος …   Dictionary of Greek

  • ανισορρόπηση — η έλλειψη ισορρόπησης, ανισορροπία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανισορροπώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • ανωμαλία — Η έλλειψη ομαλότητας· αναστάτωση, ακαταστασία· εκτροπή από το κανονικό. (Αστρον.) αληθινή α. Η γωνία που σχηματίζει ο μεγάλος άξονας της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος (πλανήτης, δορυφόρος κλπ.) με την επιβατική ακτίνα του σώματος,… …   Dictionary of Greek

  • γεροντομανία — η (Α γεροντομανία) γεροντική ανισορροπία νεοελλ. ερωτική κλίση νεαρών κοριτσιών προς άντρες πολύ μεγαλύτερους απ αυτά …   Dictionary of Greek

  • ζούρλα — και ζούρλια, η 1. παραφροσύνη, ανισορροπία, τρέλα 2. συμπεριφορά, πράξη παράλογη και ανόητη 3. φρ. (για πρόσ. πράγματα ή συμβάντα) «είναι ζούρλια» είναι εξαιρετικά ωραίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζουρλός, υποχωρητικός σχηματισμός] …   Dictionary of Greek

  • λοξότητα — η (Α λοξότης, ητος) [λοξός] η ιδιότητα τού λοξού, η πλάγια διεύθυνση («ἥ τε γὰρ λοξότης τῆς διαμέτρου ἧττον ἀπελέγχεται», Στράβ.) νεοελλ. 1. ιδιοτροπία, παραξενιά, ανισορροπία 2. (φρ. αστρον. «η λοξότητα τής εκλειπτικής» η γωνία που σχηματίζεται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.