Translation: from greek

αμπάλωτος

Look at other dictionaries:

  • αμπάλωτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έχει μπαλωθεί, επιδιορθωθεί ή δεν μπορεί να επιδιορθωθεί: Τα παπούτσια του ήταν τρύπια και τα ρούχα του αμπάλωτα. 2. αυτός που δεν είχε κάποια ωφέλεια από κάπου: Όλοι κάτι μπαλώθηκαν, μονάχα εκείνος έμεινε αμπάλωτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμπάλωτος — η, ο [μπαλώνω] 1. (για ενδύματα ή υποδήματα) αυτός που δεν μπαλώθηκε, δεν επιδιορθώθηκε στο σημείο που είχε σκιστεί ή ανοίξει 2. αυτός που δεν παίρνει μπάλωμα 3. αυτός που δεν μπορείς να τόν δικαιολογήσεις, να τόν συγκαλύψεις …   Dictionary of Greek

  • αμπάλωτος — [амбалотос] εκ. незаплатанный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.