Translation: from greek

ακαμάτης, -ισσα

Look at other dictionaries:

  • ακαμάτης — [акаматис] ουσ. α лентяй, бездельник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀκαμάτης — ἀκάματος without sense of toil fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ακαμάτης, Άγιος Γεώργιος — Ονομασία της χριστιανικής εκκλησίας στην οποία είχε μετατραπεί ο αρχαίος ναός του Ηφαίστου (Θησείο). Λεγόταν επίσης Ακάμας και αργότερα Ακάματος. Από διάφορες μαρτυρίες περιηγητών την εποχή της τουρκοκρατίας πληροφορούμαστε ότι λεγόταν Α. γιατί… …   Dictionary of Greek

  • ακαματεύω — και ακαματεύγω 1. είμαι ή γίνομαι ακαμάτης, τεμπέλης «άλλος εμάζευε ελιές κι άλλος ακαμάτευε» 2. (για κοπάδια) κάθομαι στον ίσκιο, σταλίζω, σταλιάζω 3. ξεκουράζομαι το μεσημέρι, βλ. ακαμάτεμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακαμάτης. ΠΑΡ. ακαμάτεμα] …   Dictionary of Greek

  • ακαματόσκυλο — το (περιφρονητικά για άνθρωπο) πολύ ακαμάτης, κοπρόσκυλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακαμάτης + σκυλί] …   Dictionary of Greek

  • Temple of Hephaestus — Infobox Historic building name=Temple of Hephaestus/Theseion Ναός Ηφαίστου/Θησείο caption=Temple of Hephaestus, Athens: eastern face map type= location town=Athens location country=Greece architect= client= engineer= construction start date=449… …   Wikipedia

  • Храм Гефеста (Афины) — Античный храм Гефеста Храм Гефеста или Гефестейон (греч …   Википедия

  • Gavrionisia — (Γαυριονήσια) Gewässer Ägäisches Meer Geographische Lage …   Deutsch Wikipedia

  • Verwaltungsgliederung von Andros — Die Gemeinde Andros (griechisch Δήμος Άνδρου) wurde auf Grund des Kallikratis Programms aus den drei Vorgängergemeinden der griechischen Insel Andros zum, 1. Januar, 2011 gebildet. Sie umfasst die gesamte Insel, Verwaltungssitz ist die Stadt …   Deutsch Wikipedia

  • άμορος — (I) ἄμορος, ον (Α) [μόρος] 1. (με γεν.) στερημένος, αμέτοχος «ἄμορος τέκνων» (Ευρ.) 2. απόλ. κακότυχος, κακομοίρης «κακὸν κακῶς νιν ἄμορον ἐκτρῑψαι βίον» (Σοφ.). (II) η, ον 1. άφαντος «έγινεν άμορος» 2. το ουδ. ως ουσ. άμορο, το το ποντίκι.… …   Dictionary of Greek

  • αδούλης — ο (θηλ. ούλα και ούλισσα και ούλω, η) [άδουλος ΙΙ] αυτός που αποφεύγει την εργασία, φυγόπονος, οκνηρός, τεμπέλης, ακαμάτης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.