Translation: from greek

αδιεξήγητος

Look at other dictionaries:

  • αδιεξήγητος — ἀδιεξήγητος, ον (Α) [διεξηγοῦμαι] 1. αυτός που δεν μπορεί να περιγραφεί 2. ανεξάντλητος …   Dictionary of Greek

  • ἀδιεξήγητον — ἀδιεξήγητος indescribable masc/fem acc sg ἀδιεξήγητος indescribable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιεξηγήτων — ἀδιεξήγητος indescribable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.