Translation: from greek

Πριαμικός

Look at other dictionaries:

  • πριαμικός — ή, όν και τ. θηλ. πριαμίς, ίδος, Α [Πρίαμος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Πρίαμο ή ο όμοιος με τον Πρίαμο …   Dictionary of Greek

  • Πριαμικαῖς — Πριαμικός priam fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμικοῦ — Πριαμικός priam masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμική — Πριαμικός priam fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμήϊος — ηΐα, ον, Α (επικ. τ.) πριαμικός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < Πρίαμος + κατάλ. ήϊος (πρβλ. πολεμ ήϊος)] …   Dictionary of Greek

  • Πριαμικάς — Πριαμικά̱ς , Πριαμικός priam fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμίδας — Πριαμίδᾱς , Πριαμίδης priam masc acc pl Πριαμίδᾱς , Πριαμίδης priam masc nom sg (epic doric aeolic) Πριαμίς priam fem acc pl Πριαμικός priam fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμίδες — Πριαμίς priam fem nom/voc pl Πριαμικός priam fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμίδος — Πριαμίς priam fem gen sg Πριαμικός priam fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμίδων — Πριαμίς priam fem gen pl Πριαμικός priam fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πριαμίς — priam fem nom sg Πριαμικός priam fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.