Translation: from greek

Μαίρης

Look at other dictionaries:

  • Μαίρης — Μαί̱ρης , Μαῖρα the Sparkler fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ανταρκτική — Επιστημονική ονομασία της ηπειρωτικής περιοχής που είναι γνωστή κυρίως ως Νότιος Πόλος. Εκτείνεται γύρω από τον Νότιο Πόλο, βρίσκεται ολόκληρη Ν του Νότιου Πολικού Κύκλου και περιβάλλεται από τα νότια τμήματα του Ειρηνικού, του Ινδικού και του… …   Dictionary of Greek

  • Raptou — The Ellinika ekpaideuteria M. N. Raptou (in greek Ελληνικά Εκπαιδευτήρια Μαίρης Νικολάου Ράπτου Κέντρο Ελληνικής Παιδείας )is a private school located in Larissa, Thessalia, Greece. It consists of kindergarten, primary school, high school and… …   Wikipedia

  • CANIS — I. CANIS Arabiae Felicis fluv. Ptol. II. CANIS Ordo equestris a Buchardo IV. ex Montmorantia famil. primo Galliae Barone, institutus; qui pace cum Philippo I. vel Ludov. fil. eius potius, a quo arce quâdam exutus erat, quod Adrianum Abbatem S.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Γκόντγουιν, Γουίλιαμ — (William Godwin, 1756 – 1836).Άγγλος συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το 1797 παντρεύτηκε τη Μαίρη Γουόλστοουνκραφτ η οποία πέθανε λίγο μετά, κατά τον τοκετό του μοναδικού τους παιδιού, της Μαίρης Γκόντγουιν, που αργότερα έγινε σύζυγος του διάσημου… …   Dictionary of Greek

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek

  • Κάσατ, Μαίρη — (Mary Cassatt, Πενσιλβάνια 1845 – 1927). Αμερικανίδα ζωγράφος. Το 1866 αποφάσισε να ταξιδέψει στη Γαλλία. Από το 1872, αφού είχε επισκεφθεί τα μεγαλύτερα μουσεία της Ευρώπης, το στιλ της ωρίμασε και αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Εκεί… …   Dictionary of Greek

  • Σαίκσπηρ, Ουίλιαμ — (Shakespeare). Άγγλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας (Στράτφορντ ov Αίηβον 1564 1616). Από τις ελάχιστες πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή του, οι πιο αξιόπιστες είναι εκείνες που βγαίνουν από δικαστικά έγγραφα και μαρτυρίες συγχρόνων του. Γιος …   Dictionary of Greek

  • Σιλεσία — (Slgsk πολωνικά, Slezsko τσεχοσλοβακικά, Schlesien γερμανικά). Ιστορική περιοχή της κεντρικής Ευρώπης, η οποία υπάγεται τώρα στην Πολωνία, στην οποία ανήκει το μεγαλύτερο τμήμα της, και στην Τσεχοσλοβακία. Σε μεγάλες γραμμές η Σ. αντιστοιχεί στο… …   Dictionary of Greek

  • Σίλι, νήσοι — (Isles Scilly). Αρχιπέλαγος (16, 4 τ. χλμ., 1750 κάτ.) της Μεγάλης Βρετανίας, στη νοτιοδυτική Αγγλία (Κορνουάλη), στον Ατλαντικό ωκεανό, 45 περίπου χλμ. προς ΔΝΔ του ακρωτηρίου Λαντ’ς Εντ. Αποτελείται από 150 περίπου γρανιτικά νησιά και σκόπελους …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.