Translation: from greek

Ιώβ

Look at other dictionaries:

  • Ιώβ — ο Иов – благочестивый ветхозаветный страдалец, история которого излагается в одноименной учительной книге Ветхого Завета; ΦΡ. τα πάθη τού Ιώβ страдания Иова Этим. < евр. Iyyobh «угнетенный, враждебно преследуемый» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ιώβ — I Βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης που εξετάζει το ζήτημα της θεοδικίας (η κρίση του θεού για την αθωότητα ή την ενοχή ενός ατόμου, που εκδηλώνεται, κατά τις δοξασίες πρωτόγονων λαών, με υπερφυσικά σημεία). Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι άγνωστος,… …   Dictionary of Greek

  • ИОВ ИАСИТ (МЕЛИЙ) — [греч. ᾿Ιὼβ ᾿Ιασίτης, Μελίας], иером., визант. писатель 2 й пол. XIII в. Советник и сподвижник патриарха К польского Иосифа I Галисиота (1266 1275, 1282 1283) в борьбе с униатской политикой имп. Михаила VIII Палеолога (1259 1282). По распоряжению …   Православная энциклопедия

  • ИОВ — [евр. , араб. ; греч. ᾿Ιώβ], ветхозаветный праотец, о к ром повествует ветхозаветная каноническая книга, названная его именем (см. Иова книга). Память И. в Иерусалимском уставе отмечалась 22 мая, но основным днем его памяти стало 6 мая. В… …   Православная энциклопедия

  • Ελιφάς ή Ελιφάζ — Όνομα βιβλικών προσώπων. 1. Ο γιος του Ησαύ, τον οποίο απέκτησε με την Αδά. 2. Απόγονος του προηγούμενου. Ήταν ένας από τους συνομιλητές και φίλους του Ιώβ κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του. Οι λόγοι του προς τον Ιώβ συγκαταλέγονται μεταξύ των… …   Dictionary of Greek

  • ιώβειος — α, ο 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Ιώβ 2. φρ. «ιώβειος υπομονή» υπομονή ανεξάντλητη, όμοια με εκείνη που έδειξε ο Ιώβ. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ἰώβ. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στον Άγγελο Βλάχο] …   Dictionary of Greek

  • May 6 (Eastern Orthodox liturgics) — May 5 Eastern Orthodox Church calendar May 7 All fixed commemorations below celebrated on May 19 by Old Calendarists Contents 1 Saints 1.1 Other commemorations 2 Notes …   Wikipedia

  • Αγία Γραφή — Συλλογή βιβλίων ιερώνγια τους εβραίους και τους χριστιανούς. Είναι γνωστά και ως Άγιαι Γραφαί, Γραφαί, Γραφή, Ιερά Γράμματα και Βίβλος (το τελευταίο αυτό οφείλεται σε μεταγλώττιση των αντίστοιχων ευρωπαϊκών όρων, οι oποίοι πάλι είναι μεταφορά της …   Dictionary of Greek

  • Εβραίοι — Αρχαίος σημιτικός λαός από τη Χαλδαία, που εγκαταστάθηκε κατά τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. στη Γη της Χαναάν. Η ονομασία του οφείλεται, κατά την παράδοση, στον Έβερ, απόγονο του Σημ, γιου του Νώε. Οι Ε. ονομάζονταν επίσης και Ισραηλίτες, όνομα… …   Dictionary of Greek

  • Ελιούς — Βιβλικό πρόσωπο. Ήταν ένας από τους συνομιλητές και φίλους του Ιώβ, κατά την εποχή της δοκιμασίας του. Χαρακτηριστικές για την ειλικρίνεια και τη σύνεσή τους θεωρούνται οι συμβουλές που έδωσε στον Ιώβ. Ο Ε. ήταν θερμός υπερασπιστής της εθνικής… …   Dictionary of Greek

  • LXX — Die Septuaginta ist die altgriechische Übersetzung der hebräischen heiligen Schriften, der hebräischen Bibel und die älteste durchgehende Bibelübersetzung überhaupt. Sie ist das Werk jüdischer Schriftgelehrter aus Alexandria im Umfeld des… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.