Translation: from greek

Γρύλων

Look at other dictionaries:

  • Γρύλων — Γρύλος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλων — γρύ̱λων , γρῦλος pig masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μιμητισμός — Η ικανότητα πολλών ζώων και φυτών να παίρνουν μορφές, χρώματα, στάσεις, χαρακτηριστικά άλλων ειδών ή αντικειμένων του εξωτερικού περιβάλλοντος. Η μίμηση αυτή ενεργεί ως προστατευτικό καμουφλάρισμα, όταν συντελεί στην προστασία από τις επιθέσεις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.