Translation: from greek

Αἰγινητικῇ

Look at other dictionaries:

  • Αἰγινητικῇ — Αἰγινητικός of the Aeginetan School fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγινητική — Αἰγινητικός of the Aeginetan School fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μυρμιδόνες — Αρχαίος λαός της Θεσσαλίας με κέντρο τη Φθία, ο οποίος ακολούθησε τον Αχιλλέα στην Τρωική εκστρατεία. Μια μεταγενέστερη αιγινητική παράδοση αναφέρει ότι οι Μ. κατάγονταν από την Αίγινα και ότι ήταν απόγονοι του Πηλέα, γιου του βασιλιά του νησιού… …   Dictionary of Greek

  • Αίγινα — I Μυθολογικό πρόσωπο. Μια από τις 12 κόρες του Ασωπού, μητέρα του Αιακού, πρώτου βασιλιά του νησιού Αίγινα. Άποψη της Παλαιοχώρας στην Αίγινα, μιας περιοχής με εκκλησίες και μοναστήρια, τα περισσότερα κατάλοιπα της εποχής των πειρατικών επιδρομών …   Dictionary of Greek

  • Κάλλων — Όνομα ανδριαντοποιών της αρχαιότητας. 1. Ανδριαντοποιός από την Αίγινα (6ος αι. π.Χ.). Μαζί με τους επίσης Αιγινήτες Μίνωνα και Ονάτα εκπροσωπεί την αιγινητική σχολή. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ήταν σύγχρονος του Σικυώνιου Κάναλου και μαθητής του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.