Translation: from greek

Αἰγειδῶν

Look at other dictionaries:

  • Αἰγειδῶν — Αἰγεϊδῶν , Αἰγεΐδης masc gen pl Αἰγείδης masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιγέας — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός βασιλιάς της Αθήνας, γιος του Πανδίωνα και της Πυλίας και πατέρας του Θησέα, τον οποίο απέκτησε από την τρίτη γυναίκα του Αίθρα. Το όνομά του συνδέεται με το Αιγαίο πέλαγος, στο οποίο θεωρείται ότι έπεσε,… …   Dictionary of Greek

  • Οινόλυκος — Γιος του Θήρα του Απετσώνα, απόγονος του Κάδμου και αρχηγός των Αιγειδών στη Σπάρτη. Ο πατέρας του τον εγκατάλειψε έκθετο για να τον φάνε οι λύκοι, γι’ αυτό και ονομάστηκε Ο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.