Translation: from greek

ὄνομα

  • 1 ὄνομα

    ὄνομα, τό, ion. u. poet. οὔνομα, äol. ὄνυμα (ὀ ist vorgeschlagen, die Wurzel ΓΝΟ = ΝΟ), 1) Name, die Benennung einer Person oder Sache; bei Hom. der Eigenname, mit dem eine Person genannt wird, οὕς κεν ἐϋ γνοίην καὶ τοὔνομα μυϑησαίμην, Il. 3, 235, wie τῶν ἄλλων τίς κεν ᾗσι φρεσὶν οὐνόματ' εἴποι, 17, 260 (sonst nicht in der Il.); auch bestimmter, Ἀρήτη δ' ὄνομ' ἐστὶν ἐπώνυμον, Od. 7, 54, vgl. 19, 403, der Name, mit dem sie genannt wird, ἐμοὶ δ' ὄνομα κλυτὸν Αἴϑων, 19, 183, Εὐρυβάτης δ' ὄνομ' ἔσκε, 247, öfter; ὄνομα τῇ κολάσει εὐϑῦναι, Plat. Prot. 326 d, wie ὄνομα αὐτῷ εἶναι Ἀγάϑωνα, 315 e; auch parenthetisch, Δίων ὄνομα αὐτῷ, Is. 6, 20; auch εἴπ' ὄνομ', ὅττι σε κεῖϑι κάλεον, mit dem sie dich nannten, Od. 8, 550, vgl. 9, 364; ὅπερ καλοῦμεν ὄνομα ἕκαστον, Plat. Crat. 383 e, vgl. 402 d; daher ὄνομα κέκληται δημοκρατία, Thuc. 2, 37; ὄνομα ϑεῖναί τινι, einen Namen geben, beilegen, Od. 19, 403; häufiger im med., ὄνομα τίϑεσϑαι, 19, 406; so Ar. Nubb. 66 Av. 809. 923; u. in Prosa, τούτοις ὄνομα ἀποικίαν τιϑέμενος, Plat. Legg. V, 736 a; ἀντὶ τοῦ ὀνόματος, οὗ ἔϑετο αὐτῷ ὁ πατὴρ Βοιωτόν, Dem. 40, 34; Folgde häufig; – ἐπ' ὀνόματος εἶναι, s. ἐπί; ὄνομα φέρειν, einen Namen tragen, Soph. O. C. 60; ὄνομα ἔχειν ἀπό τινος, von oder nach einem Andern den Namen haben, Plat. Hipp. mai. 282 a; Γαῖα, πολ λῶν όνομάτων μορφὴ μία, Aesch. Prom. 210, öfter; τύμβῳ ὄνομα σὸν κεκλήσεται, Eur. Hec. 1271; – πόλις Θάψακος ὀνόματι, mit Namen, Xen. An. 1, 4, 11; gewöhnlicher im absoluten accus., πόλις ὄνομα Καιναί, 2, 4, 28 u. öfter, u. Folgde; ἐπ' ὀνόματος καλεῖν τινα; bei Namen rufen, Pol. 5, 35, 2; namentlich, ἐπ' ὀνόματος δηλοῦν τὰς πόλεις, 18, 28, 4. – 2) wie bei uns, Name, Ruf, Ruhm; Hom., doch so, daß an den Eigennamen selbst zu denken ist, Ἰϑάκης γε καὶ ἐς Τροίην ὄνομ' ἵκει, Od. 13, 248; ἃς σὺ μὲν οὐδὲ ϑ ανων ὄνομ' ὤλεσας, dem nachher entspricht ἀλλά τοι αἰεὶ πάντας ἐπ' ἀνϑρώπους κλέος ἔσσεται ἐσϑλόν, 24, 93; Od. 4, 710 ἵνα μηδ' ὄνομ' αὐτοῦ ἐν ἀνϑρώποισι λίπηται, daß auch nicht der Name von ihm übrig bleibe; ὄνομα μόνον δείσαντες, den Ruf des Namens, Soph. O. C. 266; πολὺ τὸ σὸν ὄνομα διήκει πάντας, 307. – Auch in Prosa = berühmter Name, οὐδ' ἂν ἐγένετο Πρωταγόρου ὄνομα ἐν τοῖς Ἕλλησιν, Plat. Prot. 335 a; ὧν ὀνόματα μεγάλα λέγεται ἐπὶ σοφίᾳ, Hipp. mai. 281 c; καὶ τῷ μέλλοντι χρόνῳ καταλιπεῖν ὄνομα ὡς οὐδὲν σφήλας τὴν πόλιν διεγένετο, Thuc. 5, 16; ἀπὸ γὰρ τῆς μάχης τὸ τούτου ὄνομα μέγιστον ηὔξητο, Xen. Cyr. 4, 2, 3; ἐν ἀτίμῳ ὀνόματι, von unberühmtem Namen, Herkommen, An. 6, 4, 7; Sp., die auch ὄνομα καὶ δόξα, ὄνομα καὶ κλέος u. dgl. verbinden, Anth. – 3) der bloße Name in Ggstz der Person oder Sache, ὄνομα, ἔργον δ' οὐκ ἔχουσιν οἱ φίλοι, Eur. Or. 454, vgl. I. A. 128; ἐκ τῶν ὀνομάτων μᾶλλον ἢ τῶν πραγμάτων σκέπτεσϑαι, Dem. 9, 15. Daher auch der falsche Name, hinter dem man die Sache versteckt, Vorwand, καὶ πρόσχημα, Pol. 11, 6, 4; D. Hal. u. a. Sp.; vgl. auch Thuc. 4, 60. – 4) bes. bei Gramm. das nomen im Ggstz von ῥῆμα, verbum, auch im engeren Sinne Eigenname im Ggstz von προςηγορία, nomen appellativum (s. unter ῥῆμα). – Uebh. das Wort, der Ausdruck, ὀνόμασι διαϑέσϑαι, dem ἐνϑυμηϑῆναι entgegengesetzt, Isocr. 4, 9, der auch ὀνόματα = λέξις den ἐνϑυμήματα gegenüberstellt.

    Griechisch-deutsches Handwörterbuch > ὄνομα

  • 2 όνομα

    τό
    1) имя; фамилия; кличка (животных); ονόματι Νικολαΐδης по фамилии Николайдис; πώς είναι τ' όνομά του; как его зовут?;

    δίνω όνομα — именовать, давать имя;

    με άλλο όνομα — под другим именем; — под другой фамилией; — под псевдонимом;

    κατ' όνομα μόνο τον γνωρίζω — знаю его только по имени;

    2) название (географическое, вещи и т. п.);
    3) имя, известность; репутация, слава;

    αποχτώ ( — или βγάζω) όνομα — приобрести имя, известность; — стать знаменитым;

    γιατρός (κλέφτης, γυναικάς) με τ' όνομα — известный врач (вор, бабник);

    βγάζω όνομα — приобретать (дурную, хорошую) славу;

    αφήνω ( — или καταλείπω) όνομα — оставлять по себе (хорошую, дурную) память;

    4) знаменитость, знаменитый человек;
    μεγάλα ονόματα великие люди, знаменитости (тж. ирон.); 5) именины;

    είμουν στ' όνομα του — я был у него на именинах;

    6) грам, имя;

    όνομα ουσιαστικό (επίθετο) — имя существительное (прилагательное);

    § όνομα καί πρα(γ)μα — не только по названию, но и на деле;

    εν ονόματι а) именем;
    εν ονόματι τού νόμου именем закона; б) во имя;

    εν ονόματι ( — или στο όνομα) της πατρίδας — во имя родины;

    εξ ονόματος а) от имени; б) по имени;
    επ' ονόματι на имя;

    κατ' όνομα — или (ψιλώ) ονόματι — номинально, только по названию;

    ι γιά όνομα τού θεού — ради бога;

    μη, γιά όνομα τού θεού — роди бога, не надо;

    όνομα καί μη χωριό — не будем (лучше) называть имён (ср. лат. nomina sunt odiosa);

    κάλλιο να σού βγεί το μάτι παρά τ' όνομα посл, лучше остаться без глаза, чем без доброго имени

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > όνομα

  • 3 ὄνομα

    ὄνομα, [dialect] Aeol. and [dialect] Dor. [full] ὄνῠμα IG12(2).68.8 (Lesb.), GDI4992a iii 7 ([place name] Crete), SIG1122.8 ([place name] Selinus), Berl.Sitzb.1927.167 ([place name] Cyrene) ; [dialect] Lacon. *[full] ἔνυμα prob. in pr. nn.
    A

    Ἐνυμακρατίδας IG5(1).213.45

    , Ἐνυμαντιάδας ib.97.20, 280.2 ; poet. also (metri gr.) [full] οὔνομα (v.infr.), which appears regularly in codd. of Hdt. (along with ὀνομάζω, as 2.50, 4.35, al.), and sts. in other [dialect] Ion. prose authors (v.l. in Hp.Prog.25, etc.), but is prob. not Ionic ; [dialect] Ion. Inscrr. have only ὄνομα, IG7.235.39 ([place name] Oropus), etc.: Hom. has

    οὔνομα Od.6.194

    , 9.355, Il.3.235,

    οὐνόματ' (α) 17.260

    ,

    ὄνομα Od.9.16

    , 364, 366, 19.183,

    ὄνομ' (α) 4.710

    et saep.:— name of a person or thing, in Hom. always of a person, exc.

    ἐρέω δέ τοι οὔνομα λαῶν Od.6.194

    and in Od.13.248 (v. infr. II) ;

    Οὖτις ἐμοί γ' ὄ. 9.366

    , cf. 18.5,19.183, 247;

    Ἀρήτη δ' ὄνομ' ἐστὶν ἐπώνυμον 7.54

    , cf. 19.409, Hes. Th. 144 : in Prose ὄνομα is used abs., by name,

    πόλις ὄ. Καιναί X.An. 2.4.28

    , etc.: also dat., πόλις Θάψακος ὀνόματι ib.1.4.11 (v. l.) ;

    ὀνόματι λέγειν

    by name,

    Pl.Ap. 21c

    ;

    ἐπ' ὀνόματος δηλοῦσθαι Plb.18.45.4

    , etc. ; κατ' ὄνομα by name, Strato Com.1.14, Epigr.Gr.983.4 ([place name] Philae) ; ἀσπάζου τοὺς φίλους κατ' ὄ. each by his name, 3 Ep.Jo.14.
    2 ὄ. τίθεσθαι or θέσθαι τινί give one a name, Od.19.403, 406, 8.554, A.Fr. 6, Ar.Av. 810 :—[voice] Pass., ὄ. κεῖταί τινι ib. 1291 ; ὄ. ἐστι or κεῖται ἐπί τινι, X.Mem.3.14.2, Cyr.2.2.12 ; so ὄ. φέρειν or ἐπιφέρειν ἐπί τι, Arist. EN 1119a33, HA 572a11.
    3 ὄνομα καλεῖν τινα call one by name,

    εἴπ' ὄνομ', ὅττι σε κεῖθι κάλεον Od. 8.550

    ;

    καλοῦσί με τοῦτο τὸ ὄ. X. Oec.7.3

    , cf. E. Ion 259, 800, Pl.Cra. 393e, etc.:—so in [voice] Pass.,

    ὄ. δ' ὠνομάζετο Ἕλενος S.Ph. 605

    , cf. El. 694 ;

    ὄ. δημοκρατία κέκληται Th.2.37

    ;

    τὸ ἐναντίον ὄ. ἀφροσύνη μετωνόμασται Id.1.122

    ;

    ὄ. ἓν κεκλημένους Σικελιώτας Id.4.64

    ;

    λεγόμενοι τοὔνομα γεωργικοί Pl.Lg. 842e

    ; but also

    ὀνόματί τινα προσαγορεύειν Antipho 6.40

    ; reversely, ὄνομα καλεῖν τινι give a name to, Pl.Plt. 279e, Cra. 385d ;

    ὄ. καλεῖν ἐπί τινι Id.Prm. 147d

    ;

    τύμβῳ δ' ὄ. σῷ κεκλήσεται.. Κυνὸς σῆμα E.Hec. 1271

    ;

    τοὔνομα προσηγορεύθη Anaxil.21.3

    .
    II name, fame,

    Ἰθάκης γε καὶ ἐς Τροίην ὄνομ' ἵκει Od.13.248

    ;

    οὐδὲ θανὼν ὄνομ' ὤλεσας 24.93

    ; ὄ. ἔχειν or σχεῖν ἀπό τινος, Hdt.1.71, Pl.Hp.Ma. 282a ;

    τὸ μεγα ὄ. τῶν Ἀθηνῶν Th.7.64

    ;

    τῷ μέλλοντι χρόνῳ καταλιπεῖν ὄ. ὡς.. Id.5.16

    ;

    τοὔνομά τινος μεῖζον ἀφικνεῖται εἰς τὴν πόλιν X.An.6.1.20

    ;

    ὧν ὀνόματα μεγάλα λέγεται ἐπὶ σοφίᾳ Pl.Hp.Ma. 281c

    ;

    ὄ. μέγιστον ἔχειν Th.2.64

    ; ἐν ὀνόματι εἶναι to have a name, to be notable, Str.9.1.23 ;

    οἱ ἐν πράγμασιν ἐπ' ὀνόματος γεγονότες Plb.15.35.1

    ;

    παράσιτοι δ' ἐπ' ὀνόματος ἐγένοντο

    notably,

    Ath.6.240c

    ; τῶν δι' ὀνόματος παρασίτων ib. 241a.
    III a name and nothing else, opp. the real person or thing,

    ἵνα μηδ' ὄνομ' αὐτοῦ ἐν ἀνθρώποισι λίπηται Od.4.710

    ;

    βοᾶς δ' ἔτι μηδ' ὄνομ' εἴη Theoc. 16.97

    ; opp. ἔργον, E.Or. 454, Hipp. 502 ;

    περὶ ὄ. μάχεσθαι Lys.33.3

    ;

    ἐκ τῶν ὀ. μᾶλλον ἢ τῶν πραγμάτων σκέψασθαι D.9.15

    ; ὀνόματι διαφέρεσθαι dispute about a word, Pl.Euthd. 285a, Lg. 644a.
    2 false name, pretence, pretext, ὀνόματι ἐννόμῳ ξυμμαχίας under the pretence.., Th.4.60 ;

    μετ' ὀνομάτων καλῶν Id.5.89

    ;

    χώρα καλῶν ὀ. καὶ προσχημάτων μεστή Pl.R. 495c

    , cf. Plb.11.5.4.
    IV in periphr. phrases, ὄ. τῆς σωτηρίας, = σωτηρία, E.IT 905, cf. ὄνομ' ὁμιλίας ἐμῆς (v. l. for ὄμμ') Id.Or. 1082 : with the names of persons, periphr. for the person,

    ὦ φίλτατον ὄ. Πολυνείκους Id.Ph. 1702

    .
    2 of persons,

    ὄχλος ὀνομάτων Act.Ap.1.15

    ; ἕτερα ὀ. ἀντ' αὐτοῦ.. πέμψαι Wilcken Chr.28.19 (ii A. D.) ; in Accountancy, both of persons and things (cf. Lat. nomen), Hyp.Ath.6, 10 (both pl.), Jahresh.26 Beibl.13 (Ephes., ii A. D., pl.) ; βαρέσαι τὸ ἐμὸν ὄ. charge my account, POxy.126.8 (vi A. D.) ; τὸν τόκον τὸν ὀνόματί μου παραγραφέντα ib.513.22 (ii A. D.) ; in registers of titledeeds, etc., οἰκίας οὐ κειμένης ἐν ὀνόματι τῆς ἀποδομένης not booked under the name of the seller, PLips. 3 ii 25 (iii A. D.) ; ὀνόματι ἰδιωτικῆς under the head of private land, PCair.Preis.47.10 (iv A. D.);

    δικαιώματα.. ἑκάστῳ ὀνόματι παράκειται BGU113.11

    (ii A. D.); in tax-receipts, ἔσχον ὀνόματος Σομτοῦς on account of S., Ostr.Bodl. ii 39 (ii A. D.), cf. PFay.85.7 (iii A. D.), etc.
    V phrase, expression, esp. of technical terms,

    ὀ. τὰ ἐν τῇ ναυτικῇ X.Ath.1.19

    : generally, D.19.187.
    VI Gramm., word, opp. ῥῆμα (expression), Pl.Cra. 399b, cf. Ap. 17c, Smp. 198b, 199b, 221e, Isoc.9.9, 11, Arist.Rh. 1404b5, Aeschin.3.72, A.D.Synt.12.25, al., Demetr.Eloc.23, al. ; τὸ ἰλλαίνειν ὄ. the word ἰλλαίνειν, Gal.17(1).679.
    2 noun, opp. ῥῆμα (verb, predicate), Pl.Tht. 168b, Sph. 262a, 262b, cf. Arist.Po. 1457a10, Int. 16a19, al.; as one of five parts of speech, Chrysipp.Stoic.2.45 ; ὄ. κύριον a proper name, opp. προσηγορικόν, D.T.636.16, A.D.Pron.26.12, al. (so ὄ. alone, Ar.Nu. 681 sqq., Diog.Bab.Stoic.3.213) ; also of adjectives, S.E.M.1.222. (Cf. Goth. namo, gen. namins, Lat. nōmen, Skt. nāma.)

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ὄνομα

  • 4 ὄνομα

    ὄνομα, τό, (1) Name, die Benennung einer Person oder Sache; der Eigenname, mit dem eine Person genannt wird; Ἀρήτη δ' ὄνομ' ἐστὶν ἐπώνυμον, der Name, mit dem sie genannt wird; εἴπ' ὄνομ', ὅττι σε κεῖϑι κάλεον, mit dem sie dich nannten; ὄνομα ϑεῖναί τινι, einen Namen geben, beilegen; ὄνομα φέρειν, einen Namen tragen; ὄνομα ἔχειν ἀπό τινος, von oder nach einem anderen den Namen haben; πόλις Θάψακος ὀνόματι, mit Namen; bei Namen rufen; namentlich. (2) wie bei uns, Name, Ruf, Ruhm; doch so, daß an den Eigennamen selbst zu denken ist; ἵνα μηδ' ὄνομ' αὐτοῦ ἐν ἀνϑρώποισι λίπηται, daß auch nicht der Name von ihm übrig bleibe; ὄνομα μόνον δείσαντες, den Ruf des Namens; berühmter Name; ἐν ἀτίμῳ ὀνόματι, von unberühmtem Namen, Herkommen. (3) der bloße Name in Ggstz der Person oder Sache. Daher auch der falsche Name, hinter dem man die Sache versteckt, Vorwand. (4) bes. bei Gramm. das nomen im Ggstz von ῥῆμα, verbum, auch im engeren Sinne Eigenname im Ggstz von προςηγορία, nomen appellativum (s. unter ῥῆμα). Übh. das Wort, der Ausdruck

    Wörterbuch altgriechisch-deutsch > ὄνομα

  • 5 ὄνομα

    -ατος + τό N 3 257-280-174-197-137=1045 Gn 2,11.13.19.20; 3,20
    name Gn 2,11; class, genus Gn 2,20; name, fame Gn 21,23; name, reputation Gn 11,4; name, memory Dt 25,19; name, authority of [τινος] 1 Sm 25,9; name, family Na 1,14; name, person Nm 1,18
    ὄνομα πονηρόν a bad reputation Dt 22,14; υἱόν, ᾧ ὄνομα Εννων a son, whose name is Ennon Jb 42,17c; ἐν ἑνὶ ὀνόματι θανάτου by the one form of death or at once, in the time needed to pronounce the word death Wis 18,12
    *Is 42,4 ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ in his name corr.? ἐπὶ τῷ νόμῳ αὐτοῦ for MT לתורתו in his law, see also
    Is 26,8; *Nm 4,27 ἐξ ὀνομάτων by name -מותשׁ/מ/ב
    for MT
    ב/משׁמרת/ם
    in their charge?; *Dt 17,12
    ὀνόματι (in the) name-םשֵׁ for MT םשָׁ there, see also Is 33,21, Ez 43,7, 48,35; *Zph 1,4 ὀνόματα name-םשׁ for MT ארשׁ remnant; *Ps 39(40),5 τὸ ὄνομα the name-םשׁ for MT םשׂ (who) puts; *Ps 71 (72),14 ὄνομα αὐτῶν their name-מםשׁ for MT דמם their blood; *Prv 27,16 ὀνόματι δέ and by name-םשׁו for MT מןשׁו and oil
    Cf. HEITMÜLLER 1903, 110-111; KOENIG 1982 232-233(Is 42,4); LARCHER 1985 1010(Wis 18,12); SHIPP
    1979, 416; WEVERS 1993 149.310. 463; 1995 393(Dt 25,7); →LSJ RSuppl(Wis 18,12); NIDNTT; PREISIGKE; TWNT

    Lust (λαγνεία) > ὄνομα

  • 6 ὄνομα

    ὄνομα, - ατος
    Grammatical information: n.
    Meaning: `name' (Il.), gramm. `word' (Att.), as part of speech = nomen (Pl., Arist.; beside ῥῆμα = verbum).
    Other forms: ep. (also Hdt.) οὔνομα (metr. length.), Aeol. Dor. ὄνυμα; Dor. also ἔνυμα in Ένυμα-κρατίδας, Ένυμαντιάδας (Lac.)?
    Compounds: Compp., e.g. ὀνομά-κλυτος `with a famous name' (Χ 51; Schwyzer 440), ἐξ-ονομα-κλήδην, s. v.; ὀνοματο-ποιέω `to give a name, to name' (Arist.), after other compp. with - ποιέω ( ὀνοματο-ποιός Ath., Zos. Alch., - ποιία Str.; cf. Schwyzer 726); ἀν-ώνυμος (θ 552; comp. length.), ν-ώνυμ(ν)ος (ep.; s. below) `nameless'.
    Derivatives: A. Nouns: 1. Dimin. ὀνομάτιον (Arr., Longin.); 2. Adj. ὀνοματ-ώδης `of the nature of a name, concerning the name' (Arist.), - ικός `belonging to the ὄνομα' (D. H.). B. Verbs: 1. ὀνο-μαίνω, almost only aor. ὀνομῆναι, also w. ἐξ-, (mostly ep. Il.), fut. ο(ὑ)νομανέω (Hdt.), pres. (Dor.) ὀνυμαίνω (Gortyn, Ti. Locr.) `to call, to proclaim'. 2. ὀνομάζω, Dor. Aeol. ὀνυμάζω, aor. ὀνομάσαι, ὀνυμάξαι, often w. prefix, e.g. ἐξ-, ἐπ-, κατ-, παρ-, μετ-, `to call (by the name), to name, to enunciate' (cf. Jacobsohn KZ 62, 132 ff.) with ὀνομασία f. `name, expression' (Hippias Soph., Pl., Arist.), ὀνομαστής m. = Lat. nominator (pap. III p), ὀνομ-αστί (- εί) `namely, by name' (IA.; Schwyzer 623), - αστικός `serving for, belonging to naming' (Pl.; Chantraine Études 132), ἡ -ικη(πτῶσις) `casus nominativus' (Str., gramm.). 3. ὀνοματίζω 'dispute about names' (Gal.), - ισμός m. `list of names' (inscr. Thess.).
    Origin: IE [Indo-European] [321] *h₃neh₃m-n̥, * h₃nh₃m-n- `name'
    Etymology: Old word for `name', with Arm. anun \< * onomn- \< * anomn- (with o \> u before m) to be immediately compared; anun can be both * h₃nh₃mn and * h₃neh₃mn; the Greek word must have zero grade, * h₃nh₃mn. Also Phrygian ονομαν may have ο- from * h₃- (Kortlandt SCauc. 7(1987)63). The e elsewhere has diff. origin; Alb. emër (Geg.), êmën (Tosc.) may be a loan from Latin nōmen; for OPr. emmens m. see below on Slavic; the Greek ἐ- is not well explained, but it may be due to dissim. against the following o \< h₃; cf. below on Tocharian; the Greek u-vowel, also in ὄνυμα, ἀνώνυ-μος a.o., is due to assimilation (cf. Schwyzer 352 with several hypotheses). The other languages have one of the two ablaut-grades: Lat. nōmen = Skt. nā́ma, IE *h₃neh₃mn̥, Germ., e.g. Goth. namo n., IE * nh₃mōn-; OFr. nōmia, MHG be-nuomen, Dutch be-noemen (which is an every-day word) have * h₃neh₃m- again (Beekes, Sprache 33 (1987) 1ff. Diff. again Slav., e.g. OCS imę (\< *h₃n̥h₃m-), Celt., e.g. OIr. ainm (from * anmen- \< *h₃n̥m-), Toch. B ñem, A ñom (from *nēm-with h₁ from dissim. of the second h₃?; s. v. Windekens Orbis 11,607 w. lit.). Most complicated is Anatolian: Hitt. lāman- n. (\< * h₃neh₃m- like Latin), with l- from dissim. and loss of the h₃-; lamnii̯a- `name' from * h₃nh₃m-; but Hier. Luw. adama(n)-za with a- from h₃. With ὀνομαίνω agree in formation Germ., e.g. Goth. namnjan `name', Hitt. lamnii̯a- `id.' (cf. also Schwyzer Mél. Pedersen 65 on ὀνομ-αίνω, - άζω). The orig. n-stem still clearly seen in νώνυμν-ος \< *n̥-h₃nh₃mn-; younger is ἀνὼνυμος. -- Details from several languages w. lit. in WP. 1, 132, Pok. 321, W.-Hofmann and Ernout-Meillet s. nōmen, Mayrhofer s. nā́ma, Vasmer s. ímja etc. Cf. on ὄνομαι.
    Page in Frisk: 2,396-397

    Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό) > ὄνομα

  • 7 ὄνομα

    ὄνομα, ατος, τό (Hom.+).
    proper name of an entity, name
    gener. τῶν ἀποστόλων τὰ ὀνόματα ἐστιν ταῦτα Mt 10:2; cp. Rv 21:14. τῶν παρθένων τὰ ὀν. Hs 9, 15, 1. τὸ ὄνομα τοῦ πατρός Lk 1:59. ὄν. μοι, sc. ἐστίν, my name is (Od. 9, 366) Mk 5:9b. τί ὄν. σοι; what is your name? vs. 9a; w. copula Lk 8:30.—The expressions ᾧ (ᾗ) ὄν., οὗ τὸ ὄν., καὶ τὸ ὄν. αὐτοῦ (αὐτῆς), ὄν. αὐτῷ (parenthetic) are almost always without the copula (B-D-F §128, 3; Rob. 395): ᾧ (ᾗ) ὄν. (Sb 7573, 13 [116 A.D.]; Demetr.: 722 Fgm. 1, 5 Jac.; Just., A I, 53, 8 ᾧ ὄν. Λώτ) Lk 1:26, 27a; 2:25; 8:41; 24:13, 18 v.l.; Ac 13:6.—οὗ τὸ ὄν. (without a verb as BGU 344, 1) Mk 14:32. Cp. ὧν τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς Phil 4:3 (ὧν τὰ ὀν. is a formula [Dssm., LO 95=LAE 121]. S. esp. BGU 432 II, 3 ὧν τὰ ὀν. τῷ βιβλιδίῳ δεδήλωται).—καὶ τὸ ὄν. αὐτῆς Lk 1:5b. καὶ τὸ ὄν. τῆς παρθένου Μαριάμ vs. 27b.—ὄν. αὐτῷ (Demosth. 32, 11 Ἀριστοφῶν ὄνομʼ αὐτῷ; Dionys. Hal. 8, 89, 4; Aelian, NA 8, 2 γυνὴ … Ἡρακληὶς ὄν. αὐτῇ; LXX) J 1:6; 3:1. ὁ καθήμενος ἐπάνω αὐτοῦ (i.e. τοῦ ἵππου), ὄν. αὐτῷ (ὁ) θάνατος Rv 6:8; cp. 9:11a.—W. the copula ἦν δὲ ὄν. τῷ δούλῳ Μάλχος J 18:10 (POxy 465, 12 ὁ δὲ κραταιὸς αὐτοῦ, ὄν. αὐτῷ ἐστιν Νεβύ, μηνύει; Jos., Ant. 19, 332). ἄγγελος …, οὗ τὸ ὄν. ἐστιν Θεγρί Hv 4, 2, 4.—The dat. is quite freq. ὀνόματι named, by name (X., Hell. 1, 6, 29 Σάμιος ὀνόματι Ἱππεύς; Tob 6:11 BA; 4 Macc 5:4; Just., D. 85, 6; 115, 3; B-D-F §160; 197; Rob. 487) ἄνθρωπον ὀν. Σίμωνα Mt 27:32; cp. Mk 5:22; Lk 1:5a; 5:27; 10:38; 16:20; 23:50; 24:18; Ac 5:1, 34; 8:9; 9:10–12, 33, 36; 10:1; 11:28; 12:13; 16:1, 14; 17:34; 18:2, 7, 24; 19:24; 20:9; 21:10; 27:1; 28:7; MPol 4. Also the acc. τοὔνομα (on the crasis s. B-D-F §18; Mlt-H. 63; FPreisigke, Griech. Urkunden des ägypt. Mus. zu Kairo [1911] 2, 6 γυνὴ Ταμοῦνις τοὔνομα; Diod S 2, 45, 4 πόλιν τοὔνομα Θ.; Lucian, Dial. Deor. 3; Philo, Leg. All. 1, 68; Jos., Ant. 7, 344, Vi. 382) named, by name (the acc. as X. et al., also 2 Macc 12:13; Demetr.: 722 Fgm. 1, 5 Jac. υἱὸν ὄ. Δάν.—B-D-F §160; Rob. 487) Mt 27:57. (Cp. ὄν. gener. as ‘mode of expression’ εἰ καὶ διάφορα ὀνόματα ἐστιν, ἀλλʼ … οἰκείαν … δέχεται τὴν νόησιν although there are various ways of expressing it, it nevertheless has a definite sense Did., Gen. 86, 22 [of various metaphors and images for the soul].)
    used w. verbs
    α. as their obj.: ὄν. ἔχειν Did., Gen. 29, 6 bear the name or as name, be named ὄν. ἔχει Ἀπολλύων Rv 9:11b (in this case the name Ἀ. stands independently in the nom.; B-D-F §143; Rob. 458). καλεῖν τὸ ὄν. τινος w. the name foll. in the acc. (after the Hb.; B-D-F §157, 2; Rob. 459) καλέσεις τὸ ὄν. αὐτοῦ Ἰησοῦν you are to name him Jesus Mt 1:21; Lk 1:31.—Mt 1:25. καλέσεις τὸ ὄν. αὐτοῦ Ἰωάννην Lk 1:13. καλέσουσιν τὸ ὄν. αὐτοῦ Ἐμμανουήλ Mt 1:23 (Is 7:14). διδόναι GJs 6:2. Pass. w. the name in the nom. (cp. GrBar 6:10 Φοῖνιξ καλεῖται τὸ ὄν. μου) ἐκλήθη τὸ ὄν. αὐτοῦ Ἰησοῦς Lk 2:21; cp. Rv 19:13. Also τὸ ὄν. τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ ῎ Αψινθος Rv 8:11.—ἐπιθεῖναι ὄν. τινι w. acc. of the name Mk 3:16f; cp. 12:8f; κληρονομεῖν ὄν. receive a name Hb 1:4=1 Cl 36:2. κληροῦσθαι τὸ αὐτὸ ὄν. obtain the same name (s. κληρόω 2) MPol 6:2.—τὰ ὀν. ὑμῶν ἐγγέγραπται ἐν τοῖς οὐρανοῖς Lk 10:20.—Rv 13:8; 17:8. ἐξαλείψω τὸ ὄν. αὐτῶν 1 Cl 53:3 (Dt 9:14); Rv 3:5a (perh. to be placed in 4 below); s. ἐξαλείφω.
    β. in another way (εἰ δέ τις ὀνόματι καλέσει but if anyone is so named Hippol., Ref. 6, 20, 2): ὸ̔ς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ who is so named Lk 1:61. ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος a man whose name was Zacchaeus 19:2. καλεῖν τι (i.e. παιδίον) ἐπὶ τῷ ὀνόματί τινος name someone after someone 1:59. Cp. IMg 10:1. This leads to
    used w. prepositions: ἐξ ὀνόματος (Ctesias, Ind. p. 105 M.: Diod S 13, 15, 1; 37, 15, 2; Appian, Mithrid. 59, §243, Bell. Civ. 3, 21 §77; 4, 73 §310; PGM 4, 2973; Jos., Ant. 2, 275) by name, individually, one by one (so that no one is lost in the crowd) ἐξ ὀν. πάντας ζήτει IPol 4:2. ἀσπάζομαι πάντας ἐξ ὀνόματος 8:2. πάντες ἐξ ὀν. συνέρχεσθε (parallel to κατʼ ἄνδρα) IEph 20:2.—κατʼ ὄν. by name, individually (Diod S 16, 44, 2; Gen 25:13; EpArist 247; Jos., Bell. 7, 14) J 10:3 (New Docs 3, 77f; animals called individually by name: Ps.-Aristot., Mirabil. 118.—HAlmqvist, Plut. u. das NT ’46, 74). Esp. in greetings (BGU 27, 18 [II A.D.] ἀσπάζομαι πάντας τοὺς φιλοῦντάς σε κατʼ ὄν.; POxy 1070, 46; pap in Dssm., LO 160/1, ln. 14f [LAE 193, ln. 15, note 21]; New Docs 3, 77f) 3J 15; ISm 13:2b. ῥάβδους ἐπιγεγραμμένας ἑκάστης φυλῆς κατʼ ὄν. staffs, each one inscribed with the name of a tribe 1 Cl 43:2b.
    used in combination with God and Jesus. On the significance of the Divine Name in history of religions s. FGiesebrecht, Die atl. Schätzung des Gottesnamens 1901; Bousset, Rel.3 309ff; ADieterich, Eine Mithrasliturgie 1903, 110ff; FConybeare, JQR 8, 1896; 9, 1897, esp. 9, 581ff; JBoehmer, Das bibl. ‘im Namen’ 1898, BFCT V 6, 1901, 49ff, Studierstube 2, 1904, 324ff; 388ff; 452ff; 516ff; 580ff; BJacob, Im Namen Gottes 1903;WHeitmüller, ‘Im Namen Jesu’ 1903; WBrandt, TT 25, 1891, 565ff; 26, 1892, 193ff; 38, 1904, 355ff; RHirzel, Der Name: ASG 36, 2, 1918; Schürer III4 409–11; HObbink, De magische betekenis van den naam inzonderheid in het oude Egypte 1925; OGrether, Name u. Wort Gottes im AT ’34; HHuffman, Name: 1148–52.—The belief in the efficacy of the name is extremely old; its origin goes back to the most ancient times and the most primitive forms of intellectual and religious life. It has exhibited an extraordinary vitality. The period of our lit. also sees—within as well as without the new community of believers—in the name someth. real, a piece of the very nature of the personality whom it designates, expressing the person’s qualities and powers. Accordingly, names, esp. holy names, are revered and used in customary practices and ritual (σέβεσθαι θεῶν ὀνόματα Theoph. Ant., 1, 9 [p. 76, 7]), including magic. In Israelite tradition the greatest reverence was paid to the holy name of God and to its numerous paraphrases or substitutes; the names of angels and patriarchs occupied a secondary place. The syncretistic practices of the period revered the names of gods, daemons, and heroes, or even magic words that made no sense at all, but had a mysterious sound. The Judeo-Christians revere and use the name of God and, of course, the name of Jesus. On magic in Jewish circles, s. Schürer III 342–79; for the NT period in general s. MSmith, Clement of Alexandria and a Secret Gospel of Mark ’73, 195–230.—The names of God and Jesus
    α. in combination w. attributes: διαφορώτερον ὄν. a more excellent name Hb 1:4=1 Cl 36:2 (διάφορος 2). ἅγιον τὸ ὄν. αὐτοῦ Lk 1:49 (cp. Ps 110:9; Lev 18:21; 22:2; PGM 3, 570; 627; 4, 1005; 3071; 5, 77; 13, 561 μέγα κ. ἅγιον). τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ ἅγιον ὄν. αὐτοῦ 1 Cl 64; τὸ μέγα καὶ ἔνδοξον ὄν. Hv 4, 1, 3; 4, 2, 4 (on ἔνδοξον ὄν., cp. EPeterson, Εἷ θεός 1926, 282.—ὄν. μέγα κ. ἅγ. κ. ἔνδ.: PGM 13, 183f; 504f). τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸν καὶ ἔνδοξον ὄν. Hs 9, 18, 5; τὸ πανάγιον καὶ ἔνδοξον ὄν. 1 Cl 58:1a; τοῦ παντοκράτορος καὶ ἐνδόξου ὄν. Hv 3, 3, 5; τὸ πανάρετον ὄν. 1 Cl 45:7; τῷ παντοκράτορι καὶ ἐνδόξῳ ὀνόματι 60:4; τὸ ὁσιώτατον τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ ὄν. 58:1b. τὸ ὄν. μου θαυμαστὸν ἐν τοῖς ἔθνεσι D 14:3 (cp. Mal 1:14). The words ὄν. θεοπρεπέστατον IMg 1:2 are difficult to interpret (s. Hdb. ad loc.; θεοπρεπής b).
    β. in combination w. verbs: ἁγιάζειν τὸ ὄν. Mt 6:9 (AFridrichsen, Helligt vorde dit naun: DTT 8, 1917, 1–16). Lk 11:2; D 8:2 (ἁγιάζω 3). βλασφημεῖν (q.v. bγ) τὸ ὄν. Rv 13:6; 16:9; pass. βλασφημεῖται τὸ ὄν. (Is 52:5) Ro 2:24; 2 Cl 13:1f, 4; ITr 8:2. βλασφημίας ἐπιφέρεσθαι τῷ ὀν. κυρίου bring blasphemy upon the name of the Lord 1 Cl 47:7. πφοσέθηκαν κατὰ ὄν. τοῦ κυρίου βλασφημίαν Hs 6, 2, 3; βεβηλοῦν τὸ ὄν. 8, 6, 2 (s. βεβηλόω). ἀπαγγελῶ τὸ ὄν. τ. ἀδελφοῖς μου Hb 2:12 (cp. Ps 21:23). ὅπως διαγγελῇ τὸ ὄν. μου ἐν πάσῃ τῇ γῇ Ro 9:17 (Ex 9:16). δοξάζειν τὸ ὄν. (σου, τοῦ κυρίου, τοῦ θεοῦ etc.) Rv 15:4; 1 Cl 43:6; IPhld 10:1; Hv 2, 1, 2; 3, 4, 3; 4, 1, 3; Hs 9, 18, 5 (s. δοξάζω 1; cp. GJs 7:2; 12:1[w. ref. to name of Mary]). ὅπως ἐνδοξασθῇ τὸ ὄν. τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ 2 Th 1:12. ἐλπίζειν τῷ ὀν. Mt 12:21 (vv.ll. ἐν or ἐπὶ τῷ ὀν.; the pass. on which it is based, Is 42:4, has ἐπὶ τῷ ὀν.). ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄν. κυρίου (as PsSol 6:1) or αὐτοῦ, σου etc. (w. ref. to God or Christ) call on the name of the Lord Ac 2:21 (Jo 3:5); 9:14, 21; 22:16; Ro 10:13 (Jo 3:5); 1 Cor 1:2. ψυχὴ ἐπικεκλημένη τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ ἅγιον ὄν. αὐτοῦ a person who calls upon his exalted and holy name 1 Cl 64.—Pass. πάντα τὰ ἔθνη ἐφʼ οὓς ἐπικέκληται τὸ ὄν. μου ἐπʼ αὐτούς Ac 15:17 (Am 9:12). τὸ καλὸν ὄν. τὸ ἐπικληθὲν ἐφʼ ὑμᾶς Js 2:7 (on καλὸν ὄν. cp. Sb 343, 9 and the Pompeian graffito in Dssm., LO 237 [LAE 276]). πάντες οἱ ἐπικαλούμενοι τῷ ὀν. αὐτοῦ all those who are called by (the Lord’s) name Hs 9, 14, 3; cp. οἱ κεκλημένοι τῷ ὀν. κυρίου those who are called by the name of the Lord 8, 1, 1. ἐπαισχύνεσθαι τὸ ὄν. κυρίου τὸ ἐπικληθὲν ἐπʼ αὐτούς be ashamed of the name that is named over them 8, 6, 4. ὁμολογεῖν τῷ ὀν. αὐτοῦ praise his name Hb 13:15 (cp. PsSol 15:2 ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι σου). ὀνομάζειν τὸ ὄν. κυρίου 2 Ti 2:19 (Is 26:13). ψάλλειν τῷ ὀν. σου Ro 15:9 (Ps 17:50). οὐ μὴ λάβῃς ἐπὶ ματαίῳ τὸ ὄν. κυρίου 19:5 (Ex 20:7; Dt 5:11).—Although in the preceding examples the name is oft. practically inseparable fr. the being that bears it, this is perh. even more true of the foll. cases, in which the name appears almost as the representation of the Godhead, as a tangible manifestation of the divine nature (Quint. Smyrn. 9, 465 Polidarius, when healing, calls on οὔνομα πατρὸς ἑοῖο ‘the name of his father’ [Asclepius]; τοσοῦτον … δύναται τὸ ὄ. τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τῶν δαιμόνων Orig., C. Cels. 1, 56, 11; Dt 18:7; 3 Km 8:16; Ps 68:37; Zech 13:2 ἐξολεθρεύσω τὰ ὀν. τῶν εἰδώλων; Zeph 1:4; PsSol 7:6; Just., D. 121, 3 ὑποτάσσεσθαι αὐτοῦ ὀν.): the ‘name’ of God is ἀρχέγονον πάσης κτίσεως 1 Cl 59:3. Sim. τὸ ὄν. τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ μέγα ἐστὶ καὶ τὸν κόσμον ὅλον βαστάζει Hs 9, 14, 5. λατρεύειν τῷ παναρέτῳ ὀν. αὐτοῦ worship the most excellent name (of the Most High) 1 Cl 45:7. ὑπακούειν τῷ παναγίῳ καὶ ἐνδόξῳ ὀν. αὐτοῦ be obedient to his most holy and glorious name 58:1a. ὑπήκοον γενέσθαι τῷ παντοκρατορικῷ καὶ παναρέτῳ ὀν. 60:4. κηρύσσειν τὸ ὄν. τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ Hs 9, 16, 5. ἐπιγινώσκειν τὸ ὄν. τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ 9, 16, 7. φοβεῖσθαι τὸ ὄν. σου Rv 11:18. φανεροῦν τινι τὸ ὄν. σου J 17:6. γνωρίζειν τινὶ τὸ ὄν. σου vs. 26. πιστεύειν τῷ ὀν. τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ believe in the name of (God’s) son 1J 3:23. Also πιστεύειν εἰς τὸ ὄν. (s. γב below and s. πιστεύω 2aβ).—Of the name borne by followers of Jesus Christ (cp. Theoph. Ant. 1, 1 [p. 58, 13]): κρατεῖς τὸ ὄν. μου you cling to my name Rv 2:13. The same mng. also holds for the expressions: λαμβάνειν τὸ ὄν. τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Hs 9, 12, 4; 8; 9, 13, 2a; 7. τοῦ βαστάσαι τὸ ὄν. μου ἐνώπιον ἐθνῶν to bear my name before (the) Gentiles Ac 9:15. τὸ ὄν. ἡδέως βαστάζειν bear the name gladly Hs 8, 10, 3; cp. 9, 28, 5b. τὸ ὄν. τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ φορεῖν 9, 13, 3; 9, 14, 5f; 9, 15, 2; cp. 9, 13, 2b. Christians receive this name at their baptism: πρὶν φορέσαι τὸν ἄνθρωπον τὸ ὄν. τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ νεκρός ἐστιν before a person bears the name of God’s Son (which is given the candidate at baptism), he is dead 9, 16, 3. Of dissemblers and false teachers ὄν. μὲν ἔχουσιν, ἀπὸ δὲ τῆς πίστεως κενοί εἰσιν they have the (Christian) name, but are devoid of faith 9, 19, 2. Of Christians in appearance only ἐν ὑποκρίσει φέροντες τὸ ὄν. τοῦ κυρίου who bear the Lord’s name in pretense Pol 6:3. δόλῳ πονηρῷ τὸ ὄν. περιφέρειν carry the name about in wicked deceit (evidently of wandering preachers) IEph 7:1. τὸ ὄν. ἐπαισχύνονται τοῦ κυρίου αὐτῶν they are ashamed of their Lord’s name Hs 9, 21, 3. More fully: ἐπαισχύνονται τὸ ὄν. αὐτοῦ φορεῖν 9, 14, 6.
    γ. used w. prepositions
    א. w. διά and the gen. διὰ τοῦ ὀνόματός μου πιστεύειν PtK 3 p. 15 ln. 12; σωθῆναι διὰ τοῦ μεγάλου καὶ ἐνδόξου ὀν. be saved through the great and glorious name Hv 4, 2, 4. εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ εἰσελθεῖν διὰ τοῦ ὀν. τοῦ υἱοῦ (τοῦ θεοῦ) Hs 9, 12, 5. ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαβεῖν διὰ τοῦ ὀν. αὐτοῦ Ac 10:43 (cp. Just., D. 11, 4 al.). σημεῖα … γίνεσθαι διὰ τοῦ ὀν. … Ἰησοῦ by the power of the name 4:30. Differently παρακαλεῖν τινα διὰ τοῦ ὀν. τοῦ κυρίου appeal to someone by the name (= while calling on the name) of the Lord 1 Cor 1:10.—W. διά and the acc. μισούμενοι … διὰ τὸ ὄν. μου hated on account of my name (i.e., because you bear it) Mt 10:22; 24:9; Mk 13:13; Lk 21:17 (Just., A I, 4, 2 al.). ποιεῖν τι εἴς τινα διὰ τὸ ὄν. μου J 15:21. ἀφέωνται ὑμῖν αἱ ἁμαρτίαι διὰ τὸ ὄν. αὐτοῦ your sins are forgiven on account of (Jesus’) name 1J 2:12. βαστάζειν διὰ τὸ ὄν. μου bear (hardship) for my name’s sake Rv 2:3 (s. βαστάζω 2bβ). πάσχειν διὰ τὸ ὄν. (also w. a gen. like αὐτοῦ) Pol 8:2; Hv 3, 2, 1b; Hs 9, 28, 3.
    ב. w. εἰς: somet. evidently as rendering of rabb. לְשֵׁם with regard to, in thinking of δέχεσθαί τινα εἰς ὄν. Ἰ. Χρ. receive someone in deference to Jesus Christ IRo 9:3. δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄν. two or three gathered and thinking of me, i.e., so that I am the reason for their assembling Mt 18:20; but here the other mng. (s. ג below) has had some influence: ‘while naming’ or ‘calling on my name’. τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄν. αὐτοῦ (i.e. θεοῦ) Hb 6:10 is either the love that you have shown with regard to him, i.e. for his sake, or we have here the frequently attested formula of Hellenistic legal and commercial language (s. Mayser II/2 p. 415; Dssm. B 143ff, NB 25, LO 97f [BS 146f; 197; LAE 121]; Heitmüller, op. cit. 100ff; FPreisigke, Girowesen im griech. Ägypt. 1910, 149ff. On the LXX s. Heitmüller 110f; JPsichari, Essai sur le Grec de la Septante 1908, 202f): εἰς (τὸ) ὄν. τινος to the name=to the account (over which the name stands). Then the deeds of love, although shown to humans, are dedicated to God.—The concept of dedication is also highly significant, in all probability, for the understanding of the expr. βαπτίζειν εἰς (τὸ) ὄν. τινος. Through baptism εἰς (τὸ) ὄν. τ. those who are baptized become the possession of and come under the dedicated protection of the one whose name they bear. An additional factor, to a degree, may be the sense of εἰς τὸ ὄν.=‘with mention of the name’ (cp. Herodian 2, 2, 10; 2, 13, 2 ὀμνύναι εἰς τὸ ὄν. τινος; Cyranides p. 57, 1 εἰς ὄν. τινος; 60, 18=εἰς τὸ ὄν. τ.; 62, 13. Another ex. in Heitmüller 107): Mt 28:19; Ac 8:16; 19:5; D 7:1, (3); 9:5; Hv 3, 7, 3; cp. 1 Cor 1:13, 15. S. βαπτίζω 2c and Silva New, Beginn. I/5, ’33, 121–40.—πιστεύειν εἰς τὸ ὄν. τινος believe in the name of someone i.e. have confidence that the person’s name (rather in the sense of a title, cp. Phil 2:9) is rightfully borne and encodes what the person really is J 1:12; 2:23; 3:18; 1J 5:13.
    ג. with ἐν: ἐν ὀνόματι of God or Jesus means in the great majority of cases with mention of the name, while naming or calling on the name (PsSol 11:8; JosAs 9:1; Just., D. 35, 2 al.; no corresponding use has been found in gener. Gk. lit.; but cp. ἐν ὀν. τοῦ μεγάλου καὶ ὑψίστου θεοῦ Hippol., Ref. 9, 15, 6.—Heitmüller p. 13ff, esp. 44; 49). In many pass. it seems to be a formula. ἐν τῷ ὀν. Ἰησοῦ ἐκβάλλειν δαιμόνια Mk 9:38; 16:17; Lk 9:49. τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀν. σου the demons are subject to us at the mention of your name 10:17. ποιεῖν τι ἐν τῷ ὀνόματι Ac 4:7; cp. Col 3:17. Perh. J 10:25 (but s. below). ἐν τῷ ὀν. Ἰησοῦ … οὗτος παρέστηκεν ὑγιής Ac 4:10. ὄν. … ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς vs. 12. παραγγέλλω σοι ἐν ὀν. Ἰ. Χρ. 16:18; cp. 2 Th 3:6; IPol 5:1. σοὶ λέγω ἐν τῷ ὀν. τοῦ κυρίου Ac 14:10 D. Peter, in performing a healing, says ἐν τῷ ὀν. Ἰησοῦ Χρ. περιπάτει 3:6 (s. Heitmüller 60). The elders are to anoint the sick w. oil ἐν τῷ ὀν. τοῦ κυρίου while calling on the name of the Lord Js 5:14.—Of prophets λαλεῖν ἐν τῷ ὀν. κυρίου 5:10. παρρησιάζεσθαι ἐν τῷ ὀν. Ἰησοῦ speak out boldly in proclaiming the name of Jesus Ac 9:27f. βαπτίζεσθαι ἐν τῷ ὀν. Ἰ. Χ. be baptized or have oneself baptized while naming the name of Jesus Christ Ac 2:38 v.l.; 10:48. At a baptism ἐν ὀν. χριστοῦ Ἰησοῦ AcPl Ha 3, 32. αἰτεῖν τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀν. μου (=Ἰησοῦ) ask the Father, using my name J 15:16; cp. 14:13, 14; 16:24, 26. W. the latter pass. belongs vs. 23 (ὁ πατὴρ) δώσει ὑμῖν ἐν τῷ ὀν. μου (the Father) will give you, when you mention my name. τὸ πνεῦμα ὸ̔ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀν. μου the Spirit, whom the Father will send when my name is used 14:26. To thank God ἐν ὀν. Ἰησοῦ Χρ. while naming the name of Jesus Christ Eph 5:20. ἵνα ἐν τῷ ὀν. Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ that when the name of Jesus is mentioned every knee should bow Phil 2:10. χαίρετε, υἱοί, ἐν ὀν. κυρίου greetings, my sons, as we call on the Lord’s name 1:1. ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀν. κυρίου whoever comes, naming the Lord’s name (in order thereby to give evidence of being a Christian) D 12:1. ἀσπάζεσθαι ἐν ὀν. Ἰ. Χρ. greet, while naming the name of J. Chr. w. acc. of pers. or thing greeted IRo ins; ISm 12:2. Receive a congregation ἐν ὀν. θεοῦ IEph 1:3. συναχθῆναι ἐν τῷ ὀν. τοῦ κυρίου Ἰ. meet and call on the name of the Lord Jesus=as a Christian congregation 1 Cor 5:4. μόνον ἐν τῷ ὀν. Ἰ. Χρ. only (it is to be) while calling on the name of J. Chr. ISm 4:2.—Not far removed fr. these are the places where we render ἐν τῷ ὀν. with through or by the name (s. ἐν 4c); the effect brought about by the name is caused by its utterance ἀπελούσασθε, ἡγιάσθητε, ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀν. τοῦ κυρίου Ἰ. Χρ. 1 Cor 6:11. ζωὴν ἔχειν ἐν τῷ ὀν. αὐτοῦ (=Ἰησοῦ) J 20:31. τηρεῖν τινα ἐν τῷ ὀν. (θεοῦ) 17:11f.—ἐν τῷ ὀν. at the command (of), commissioned by ἔργα ποιεῖν ἐν τῷ ὀν. τοῦ πατρός J 10:25 (but s. above). ἔρχεσθαι ἐν τῷ ὀν. τοῦ πατρός 5:43a; in contrast ἔρχ. ἐν τῷ ὀν. τῷ ἰδίῳ vs. 43b. εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀν. κυρίου 12:13 (Ps 117:26). The Ps-passage prob. has the same sense (despite Heitmüller 53f) in Mt 21:9; 23:39; Mk 11:9; Lk 13:35; 19:38.—OMerlier, Ὄνομα et ἐν ὀνόματι dans le quatr. Év.: RevÉtGr 47, ’34, 180–204; RBratcher, BT 14, ’63, 72–80.
    ד. w. ἕνεκα (and the other forms of this word; s. ἕνεκα 1): of persecutions for one’s Christian faith ἀπάγεσθαι ἐπὶ βασιλεῖς ἕνεκεν τοῦ ὀν. μου Lk 21:12. πάσχειν or ὑποφέρειν εἵνεκα τοῦ ὀνόματος Hv 3, 1, 9; 3, 2, 1; Hs 9, 28, 5. ἕνεκεν τοῦ ὀν. (τοῦ) κυρίου v 3, 5, 2; Hs 9, 28, 6. ἀφιέναι οἰκίας … ἕνεκεν τοῦ ἐμοῦ ὀν. for my name’s sake Mt 19:29. ἔκτισας τὰ πάντα ἕνεκεν τοῦ ὀν. σου you created all things for your name’s sake, i.e. that God’s name might be praised for the benefits which the works of creation bring to humankind D 10:3.
    ה. w. ἐπί and the dat.: ἐπὶ τῷ ὀν. τινος when someone’s name is mentioned or called upon, or mentioning someone’s name (LXX; En 10:2; Just., D. 39, 6; Ath. 23, 1; s. Heitmüller 19ff; 43ff; s. also 47ff; 52ff; 87ff) in the NT only of the name of Jesus, and only in the synoptics and Ac. ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀν. μου they will come using my name Mt 24:5; Mk 13:6; Lk 21:8. κηρύσσειν ἐπὶ τῷ ὀν. αὐτοῦ μετάνοιαν 24:47. λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀν. τούτῳ to speak using this name Ac 4:17; 5:40. διδάσκειν 4:18; 5:28. ποιεῖν δύναμιν ἐπὶ τῷ ὀν. μου Mk 9:39. ἐπὶ τῷ ὀν. σου ἐκβάλλειν δαιμόνια Lk 9:49 v.l. ἐπὶ τῷ σῷ ὀν. τὰς θεραπείας ἐπετέλουν GJs 20:2 (codd.). Of the (spiritual) temple of God: οἰκοδομηθήσεται ναὸς θεοῦ ἐνδόξως ἐπὶ τῷ ὀν. κυρίου the temple of God will be gloriously built with the use of the Lord’s name 16:6f, 8 (quot. of uncertain orig.). βαπτίζεσθαι ἐπὶ τῷ ὀν. Ἰ. Χρ. Ac 2:38. Baptism is also referred to in καλεῖσθαι ἐπὶ τῷ ὀν. τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ receive a name when the name of God’s son is named Hs 9, 17, 4. The words δέχεσθαι (παιδίον) ἐπὶ τῷ ὀν. μου can also be classed here receive (a child) when my name is confessed, when I am called upon Mt 18:5; Mk 9:37; Lk 9:48 (s. Heitmüller 64); but s. also 3 below.—ἐπί w. acc.: πεποιθέναι ἐπὶ τὸ ὁσιώτατον τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ ὄν. have confidence in (the Lord’s) most sacred and majestic name 1 Cl 58:1b; ἐλπίζειν ἐπὶ τὸ ὄν. hope in the name (of the Lord) 16:8b.
    ו. w. περί and the gen.: εὐαγγελίζεσθαι περὶ τοῦ ὀν. Ἰ. Χ. bring the good news about the name of J. Chr. Ac 8:12.—(W. acc.: ἔχομεν δέος τὸ ὄ. τοῦ θεοῦ Orig., C. Cels. 4, 48, 34).
    ז. w. πρός and acc.: πρὸς τὸ ὄν. Ἰησοῦ … πολλὰ ἐναντία πρᾶξαι do many things in opposing the name of Jesus Ac 26:9.
    ח. w. ὑπέρ and gen.: ὑπὲρ τοῦ ὀν. (Ἰησοῦ) ἀτιμασθῆναι Ac 5:41. πάσχειν 9:16; Hs 9, 28, 2. Cp. Ac 15:26; 21:13. The activity of the apostles takes place ὑπὲρ τοῦ ὀν. αὐτοῦ to the honor of (Jesus’) name Ro 1:5. Cp. 3J 7. Of thankful praying at the Lord’s Supper εὐχαριστοῦμεν σοι … ὑπὲρ τοῦ ἁγίου ὀν. σου, οὗ κατεσκήνωσας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν we thank you … for your holy name, which you caused to dwell in our hearts D 10:2.
    δ. ὄν. w. ref. to God or Christ not infreq. stands quite alone, simply the Name: Ac 5:41; Phil 2:9 (cp. Diod S 3, 61, 6); 3J 7; 2 Cl 13:1, 4; IEph 3:1; 7:1; IPhld 10:1; Hv 3, 2, 1; Hs 8, 10, 3; 9, 13, 2; 9, 28, 3; 5.
    a person (Phalaris, Ep. 128; POxy 1188, 8 [13 A.D.]; BGU 113, 11; Jos., Ant. 14, 22; other exx. in Dssm., NB 24f [BS 196f]; LXX) τὸ ποθητόν μοι ὄν. my dear friend: Alce ISm 13:2; IPol 8:3; Crocus IRo 10:1. Pl. (PThéad 41, 10; PSI 27, 22; Num 1:18 al.) people Ac 1:15; Rv 3:4. ὀνόματα ἀνθρώπων 11:13 (cp. Ael. Aristid. 50, 72 K.=26 p. 523 D.: ὀνόματα δέκα ἀνδρῶν). This is prob. the place for περὶ λόγου καὶ ὀνομάτων καὶ νόμου about teaching and persons and (the) law Ac 18:15.
    the classification under which one belongs, noted by a name or category, title, category (cp. Cass. Dio 38, 44; 42, 24 καὶ ὅτι πολλῷ πλείω ἔν τε τῷ σχήματι καὶ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ τῆς στρατηγίας ὢν καταπράξειν ἤλπιζε=he hoped to effect much more by taking advantage of his praetorial apparel and title; ins: Sb 7541, 5 [II A.D.] Νύμφη ὄνομʼ ἐστί σοι; POxy 37 I, 17 [49 A.D.] βούλεται ὀνόματι ἐλευθέρου τὸ σωμάτιον ἀπενέγκασθαι=she claims to have carried off the infant on the basis of its being free-born; Jos., Ant. 12, 154 φερνῆς ὀνόματι; 11, 40; Just., A II, 6, 4 καὶ ἀνθρώπου καὶ σωτῆρος ὄνομα. Other exx. in Heitmüller 50); the possibility of understanding ὄν. as category made it easier for Greeks to take over rabb. לְשֵׁם (s. 1dγב above) in the sense with regard to a particular characteristic, then simply with regard to, for the sake of ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄν. προφήτου whoever receives a prophet within the category ‘prophet’, i.e. because he is a prophet, as a prophet Mt 10:41a; cp. vss. 41b, 42.—ὸ̔ς ἂν ποτίσῃ ὑμᾶς ἐν ὀνόματι, ὄτι Χριστοῦ ἐστε whoever gives you a drink under the category that you belong to Christ, i.e. in your capacity as a follower of Christ Mk 9:41. εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀν. Χριστοῦ if you are reviled for the sake of Christ 1 Pt 4:14. δοξαζέτω τὸν θεὸν ἐν τῷ ὀν. τούτῳ let the person praise God in this capacity (=ὡς Χριστιανός) vs. 16. δέδεμαι ἐν τῷ ὀν. I am imprisoned for the sake of the Name IEph 3:1.—δέχεσθαι (παιδίον) ἐπὶ τῷ ὀν. μου for my (name’s) sake Mt 18:5; Mk 9:37; Lk 9:48 (cp. Heitmüller 113. But s. 1dγה above).
    recognition accorded a person on the basis of performance, (well-known) name, reputation, fame (Hom. et al.; 1 Ch 14:17; 1 Macc 8:12) φανερὸν ἐγένετο τὸ ὄν. αὐτοῦ his fame was widespread Mk 6:14. ὄν. ἔχειν (Pla., Apol. 38c, Ep. 2, 312c) w. ὅτι foll. have the reputation of Rv 3:1 perh. also 3:5 (s. 1bα; JFuller, JETS 26, ’83, 297–306).
    name in terms of office held, office (POxy 58, 6) στασιαζουσῶν τ. φυλῶν, ὁποία αὐτῶν εἴη τῷ ἐνδόξῳ ὀνόματι κεκοσμημένη when the tribes were quarreling as to which one of them was to be adorned with that glorious office 1 Cl 43:2. τὸ ὄν. τῆς ἐπισκοπῆς the office of supervision 44:1.—B. 1263f. OEANE IV 91–96 on Mesopotamian practices. Schmidt, Syn. I 113–24. DELG. M-M. EDNT. TW. Sv.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > ὄνομα

  • 8 όνομα

    ὄνομα
    name: neut nom /voc /acc sg

    Morphologia Graeca > όνομα

  • 9 ονομα

         ὄνομα
        ион. οὔνομα, эол. ὄνῠμα и ὤνομα - ατος τό
        1) имя, название
        

    (ὄ. θέσθαι или θεῖναί τινι Hom.)

        ὄ. καλεῖν τινα или τινι и λέγειν τινὰ ὀνόματι Plat. или ἐξ ὀνόματος Polyb.называть кого-л. по имени;
        τι ὀνόματι προσαγορεύειν Arst.давать чему-л. название;
        πόλις Θάψακος ὀνόματι Xen. — город с названием Тапсак;
        πόλις ὄ. Καιναί Xen.город по имени Кены

        2) (громкое) имя, слава
        

    (ὄ. καὴ κλέος Anth.)

        ὄ. ἔχειν ἀπό τινος Her., Plat.; — составить себе имя (= прославиться) благодаря чему-л.;
        κτήσεσθαι ἔκ τινος ὄ. μέγα Xen.стяжать себе чем-л. великую славу

        3) (пустое) слово
        4) отговорка, предлог
        

    μετ΄ ὀνομάτων καλῶν Thuc.под благовидными предлогами

        5) термин
        

    (ὄ. ἐν τῇ ναυτικῇ Xen.)

        6) выражение или речь Dem.
        7) ( описательно = κάρα, κεφαλή и т.п.)
        

    ὦ φίλτατον ὄ. Πολινείκους! Eur.о милый Полиник!

        8) грам. имя (нарицательное), слово
        9) грам. имя собственное

    Древнегреческо-русский словарь > ονομα

  • 10 ὄνομα

    τὸ ὄνομα, ατος имя; слово (ср. лат. nomen; ономастика - раздел лингвистики, посвященный личным именам; антоним, синоним; псевдоним)

    Αρχαία Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό > ὄνομα

  • 11 ὄνομα

    {сущ., 229}
    имя, название. Имя в Библии представляет все, что может быть правдиво сказано о человеке: его природа, характер, положение, интересы, желания, дела.
    Ссылки: Мф. 1:21, 23, 25; 6:9; 7:22; 10:2, 22, 41, 42; 12:21; 18:5, 20; 19:29; 21:9; 23:39; 24:5, 9; 27:32, 57; 28:19; Мк. 3:16, 17; 5:9, 22; 6:14; 9:37-39, 41; 11:9, 10; 13:6, 13; 14:32; 16:17; Лк. 1:5, 13, 26, 27, 31, 49, 59, 61, 63; 2:21, 25; 5:27; 6:22; 8:30, 41; 9:48, 49; 10:17, 20, 38; 11:2; 13:35; 16:20; 19:2, 38; 21:8, 12, 17; 23:50; 24:13, 18, 47; Ин. 1:6, 12; 2:23; 3:1, 18; 5:43; 10:3, 25; 12:13, 28; 14:13, 14, 26; 15:16, 21; 16:23, 24, 26; 17:6, 11, 12, 26; 18:10; 20:31; Деян. 1:15; 2:21, 38; 3:6, 16; 4:7, 10, 12, 17, 18, 30; 5:1, 28, 34, 40, 41; 8:9, 12, 16; 9:10-12, 14-16, 21, 27, 29, 33, 36; 10:1, 43, 48; 11:28; 12:13; 13:6, 8; 15:14, 17, 26; 16:1, 14, 18; 17;34; 18:2, 7, 15, 24; 19:5, 13, 17, 24; 20:9; 21:10, 13; 22:16; 26:9; 27:1; 28:7; Рим. 1:5; 2:24; 9:17; 10:13; 15:9; 1Кор. 1:2, 10, 13, 15; 5:4; 6:11; Еф. 1:21; 5:20; Флп. 2:9, 10; 4:3; Кол. 3:17; 2Фес. 1:12; 3:6; 1Тим. 6:1; 2Тим. 2:19; Евр. 1:4; 2:12; 6:10; 13:15; Иак. 2:7; 5:10, 14; 1Пет. 4:14; 1Ин. 2:12; 3:23; 5:13; 3Ин. 1:7, 14; Откр. 2:3, 13, 17; 3:1, 4, 5, 8, 12; 6:8; 8:11; 9:11; 11:13, 18; 13:1, 6, 8, 17; 14:1, 11; 15:2, 4; 16:9; 17:3, 5, 8; 19:12, 13, 16; 21:12, 14; 22:4.*
    ключ.сл.

    Греческо-русский лексикон Нового Завета с номерами Стронга и греческой Симфонией > ὄνομα

  • 12 ὄνομα

    имя
    имени ὄνομά

    Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета) > ὄνομα

  • 13 ὄνομά

    имя
    имени ὄνομα

    Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета) > ὄνομά

  • 14 ὄνομα

    ὄνομα, οὔνομα, ατος (for ὄ-γνομα, γνῶναι, cf. nomen): name; for ‘fame,’ ‘glory,’ Od. 13.248, Od. 24.93.

    A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό) > ὄνομα

  • 15 ὄνομα

    имя, название; имя в Библии представляет все, что может быть правдиво сказано о человеке: его природа, характер, положение, интересы, желания, дела.

    Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета) > ὄνομα

  • 16 ὄνομα

    Ancient Greek-Russian simple > ὄνομα

  • 17 όνομα

    [онома] ουσ θ имя, название.

    Эллино-русский словарь > όνομα

  • 18 όνομα

    ad, isim, nam, şöhret

    Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό > όνομα

  • 19 όνομα

    1) nom
    2) qualifier

    Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό > όνομα

  • 20 όνομα

    1) nazwa (f) rzecz.
    2) nazwisko (n) rzecz.
    3) nazywać czas.

    Ελληνικά-Πολωνικά λεξικό > όνομα

Look at other dictionaries:

  • όνομα — το имя, фамилия; ΦΡ. για όνομα τού Θεού / τής Παναγίας ради имени Божьего / Богородицы Этим. дргр. < o nomn < инд. momn «имя», сравните с санскр. nama, лат. nomen, англ. name, слав. имя …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ὄνομα — name neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όνομα — Μέρος του λόγου που διακρίνεται κατά το γένος, τον αριθμό και –στις κλιτές γλώσσες– την πτώση. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί προσπάθησαν να δώσουν έναν ορισμό του o., στην προσπάθεια τους να κατατάξουν, με βάση ορισμένα λογικά κριτήρια,… …   Dictionary of Greek

  • όνομα — το, ατος 1. λέξη που δηλώνει άνθρωπο, ζώο, φυτό, πράγμα, ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα. 2. φρ., «Για όνομα του Θεού», όταν αποτρέπουμε κάποιον από κάτι. «Έχω το όνομά μου», την ονομαστική μου γιορτή. «Όνομα και μη χωριό», όταν αποφεύγουμε να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • όνομα — [онома] ουσ. Θ. имя, название …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Αίθων — Όνομα μυθολογικών προσώπωνκαι ζώων. 1. Επίθετο του Ήλιου, και όνομα του γιου του, πατέρα της Μήστρας, συζύγου του Αυτολύκου. Από την ένωσή τους γεννήθηκε η Αντίκλεια, μητέρα του Οδυσσέα της Ιθάκης. Αυτό το όνομα του προπάππου του χρησιμοποίησε ο… …   Dictionary of Greek

  • Πέρσης — Όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων. 1. Γιος του τιτάνα Κρείου και της Ευρύβιας. Ήταν πατέρας της Εκάτης από την Αστερία, την αδελφή της Λητούς. Το προελληνικό αυτό όνομα σχετίζεται με θεότητες του κάτω κόσμου, για παράδειγμα, Περσεφόνη,… …   Dictionary of Greek

  • αιγών — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς της Εύβοιας, που είχε τα ανάκτορά του στην Κάρυστο, και με τον στόλο του έγινε θαλασσοκράτορας στο πέλαγος που ονομάστηκε –σύμφωνα με μια εκδοχή– Αιγαίο, από το όνομά του. Ο βασιλιάς αυτός, που έζησε πριν… …   Dictionary of Greek

  • Βλαχέρνες — Όνομα ιδιαίτερα συνηθισμένο και δημοφιλές στους Βυζαντινούς. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως επώνυμο της Παναγίας και παρετυμολογείται πιθανώς από τη φράση βάλε χέρι, που αναφέρεται στην προστασία της Παναγίας. Οι Βυζαντινοί χρονογράφοι μνημονεύουν… …   Dictionary of Greek

  • Μεγάβυζος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Πέρσης ευγενής (6ος αι. π.Χ.). Καταγόταν από την οικογένεια των Αχαιμενιδών. Συμμετείχε σε συνωμοσία εναντίον του Ψευδοσμέρδιου, σφετεριστή του περσικού θρόνου, αλλά τελικά στον θρόνο ανέβηκε ο Δαρείος A’ o Υστάσπους …   Dictionary of Greek

  • Μιθριδάτης — Όνομα διαφόρων βασιλιάδων του Πόντου και της Περγάμου. Η σειρά των βασιλιάδων αυτών αρχίζει με τον M. A’, που στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. ίδρυσε το βασίλειο του Πόντου. Οι σημαντικότεροι βασιλείς με το όνομα Μ. είναι οι ακόλουθοι: 1. Σατράπης του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.