Translation: from greek

Βορέης

Look at other dictionaries:

  • Βορέης — Βορέας north wind masc nom sg (epic ionic) Βορέας north wind masc nom sg (epic ionic) Βορέης north wind masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορέης — Βορέας north wind masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορέα — Βορέᾱ , Βορέας north wind masc gen sg (doric ionic) Βορέᾱ , Βορέας north wind masc nom/voc/acc dual (ionic) Βορέας north wind masc voc sg (ionic) Βορέᾱ , Βορέας north wind masc voc sg (attic ionic) Βορέᾱ , Βορέας north wind masc gen sg (doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ORITHYIA — I. ORITHYIA Marthesiae filia, Amazonum post matrem Regina, tum ob belli industriam, tum ob perpetuam virginitatem, conspicuam se, ac mirabilem praestitit. Haec ubi comperit, bellum, vim quoque sororibus suis illatam ab Hercule et Theseo, hortatur …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Βορέαι — Βορέας north wind masc nom/voc pl (ionic) Βορέᾱͅ , Βορέας north wind masc dat sg (attic doric ionic aeolic) Βορέης north wind masc nom/voc pl Βορέᾱͅ , Βορέης north wind masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορέαν — Βορέᾱν , Βορέας north wind masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) Βορέας north wind masc acc sg (ionic) Βορέᾱν , Βορέης north wind masc acc sg (attic epic doric aeolic) Βορέης north wind masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορέας — Βορέᾱς , Βορέας north wind masc acc pl (epic ionic) Βορέᾱς , Βορέας north wind masc nom sg (doric) Βορέᾱς , Βορέας north wind masc acc pl (ionic) Βορέᾱς , Βορέας north wind masc nom sg (attic epic doric ionic aeolic) Βορέᾱς , Βορέης north… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορέᾳ — Βορέαι , Βορέας north wind masc nom/voc pl (ionic) Βορέᾱͅ , Βορέας north wind masc dat sg (attic doric ionic aeolic) Βορέαι , Βορέης north wind masc nom/voc pl Βορέᾱͅ , Βορέης north wind masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • гора — вин. п. гору, укр. гора, ст. слав. гора ὄρος, горѣ ἄνω, болг. гора лес , сербохорв. го̀ра, вин. п. го̏ру, словен. gora, чеш. hora, польск. gora, в. луж. hora, н. луж. gora. Родственно др. прусск. garian ср. р. дерево , лит. girià, диал. gìrė̂… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • βορράς — και βοριάς, ο (AM βορρᾱς, Α και Βορέας, ου, Βορέης και Βορῆς, έω και Βορεύς έως) το ένα από τα τέσσερα κύρια σημεία του ορίζοντα, αυτό που βρίσκεται προς τον Βόρειο Πόλο 2. βόρειος άνεμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ερμηνεύθηκε ως «άνεμος του… …   Dictionary of Greek

  • κρυμοπαγής — κρυμοπαγής, ές (Α) αυτός που παγώνει με το δικό του ψύχος («κρυμοπαγής Βορέης», Ορφ. Ύμν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κρυμός + παγής (< θ. παγ , πρβλ. ἐ πάγ ην, παθ. αόρ. τού πήγνυμι), πρβλ. γυιο παγής, δροσο παγής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.